Γιάννης Λούλης: Καπιταλιστικές Δημοκρατίες σε Κρίση – Η Ιδεολογική Παράμετρος


Βιώνουμε μια εποχή παγκόσμιας κρίσης. Μιας πορείας προς το άγνωστο. Τούτη η κρίση, προϋπήρχε της πανδημίας και επιδεινώθηκε ειδικά στο οικονομικό πεδίο. Ταυτόχρονα, από το 2000 (και κυρίως τον Σεπτέμβριο του 2001), έχει διαμορφωθεί διεθνώς, ένας άνομος κόσμος. Όποιος νιώθει ισχυρός, δρα με απόλυτη αυθαιρεσία. Τούτο δεν ισχύει μόνο για τα αυταρχικά καθεστώτα που γίνονται όλο και πιο ανεξέλεγκτα στις στυγνές μεθόδους τους (π.χ. Πούτιν). Αλλά και για αρκετές από τις καπιταλιστικές δημοκρατίες.

Ενώ ειδικά ισχύει για την υπερδύναμη, από τον Μπους, τον Ομπάμα και έως τον Τραμπ, σε μια μακρά τοξική διαδρομή. Ισοπεδώνοντας έτσι τις αισιόδοξες προοπτικές του 1989, όταν έπεσε το τείχος του Βερολίνου και άρχισαν να πολλαπλασιάζονται ραγδαία οι δημοκρατίες παγκοσμίως.

Η κρίση που βιώνουν οι καπιταλιστικές δημοκρατίες κυρίως την τελευταία εικοσαετία, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Διότι είναι πολυεπίπεδη. Αν εντοπίζονταν σε ένα ή δύο επίπεδα, θα μπορούσε πιο εύκολα να αντιμετωπισθεί. Όμως, έχουμε να κάνουμε με πολλές παθογένειες. Ποια είναι όμως τα επίπεδα αυτά; Ένα είναι η κρίση ιδεολογιών και ιδίως όσων κυριαρχούσαν. Άλλο είναι ότι οι παθογένειες των πολιτικών συστημάτων.

Επίσης έχουν καταρρακωθεί αρχές και αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υπάρχει έντονη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού. Ταυτόχρονα τα κόμματα, πνίγονται στους μικρόκοσμους της ασημαντότητάς τους. Επίσης, αδιέξοδα δόγματα (τα νεοφιλελεύθερα) έχουν οδηγήσει σε δραματική αύξηση των ανισοτήτων. Κυρίως όμως έχουν οδηγήσει στα κεντρικά θύματα της εποχής μας, τους νέους ανθρώπους.

Αυτή είναι η «χαμένη γενιά» που καταδικάζεται στο να μείνει πίσω από τις προηγούμενες γενιές σε οικονομικό επίπεδο.
Επί χρόνια, στις καπιταλιστικές δημοκρατίες συντελούντο βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Ένα κομμάτι της μεσαίας τάξης , για δυο τουλάχιστον δεκαετίες, έμεινε στάσιμο. Άλλο τμήμα της υποχώρησε σε χαμηλότερα δώματα.

Η εργατική τάξη, συνεθλίβη. Όλα, συντελούντο βουβά και υπόκωφα. Μέχρι να ’ρθει η θύελλα της κρίσης του ακραίου καπιταλιστικού μοντέλου το 2008.
Επρόκειτο για συθέμελο ταρακούνημα. Τα νεοφιλελεύθερα δόγματα για ανεξέλεγκτες θεοποιημένες αγορές, απαξιώθηκαν.

Ήταν η εποχή όπου ο διαβόητος Άλαν Γκρήνσπαν, διοικητής της FED, και ακραίους νεοφιλελεύθερος, δήλωνε πως στις δημοκρατίες «κυβερνούν οι αγορές». Όμως, ήταν τελικά ο παρεμβατικός ρόλος του κράτους και η αντίστοιχη παρέμβαση στις αγορές από το διοικητή της FED το 2008 που έσωσαν την κατάσταση. Παγκοσμίως.

Όλοι οι σημαντικοί οικονομολόγοι, με πρωτεργάτη τον Adam Tooze, αλλά και τον Κεϋνσιανό Robert Skidelsky, υπογράμμιζαν την «επιστροφή» της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, ως ασπίδα απέναντι σε έναν ξέφρενο καπιταλισμό που συνέθλιβε τους πολλούς και ευνοούσε τους πολύ λίγους. Έτσι το ιδεολογικό θέσφατο του νεοφιλελευθερισμού, εξέπνευσε. Όμως, ο θρόνος του έμεινε κενός.
Στην εποχή που διανύουμε αναζητούνται νέοι δρόμοι. Τώρα, παγκόσμια,υπάρχει ένας ιδεολογικός χυλός. Ποιο είναι όμως το πολιτικό σκηνικό που παίρνει σιγά-σιγά κάποια νέα μορφή, περισσότερο ως δυνητική τάση, παρά ως νέα κατοχυρωμένη δυναμική; Με την απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού, μερικές μετριοπαθείς συντηρητικές δυνάμεις, ανακαλύπτουν ξανά τον ενεργό ρόλο του κράτους, όχι μόνο στο κοινωνικό πεδίο, αλλά και στο οικονομικό.

Φλερτάρουν λοιπόν με τον κρατισμό, σε διάφορες εκδοχές, όπως συμβαίνει λ.χ. στη Βρετανία. Ήδη άλλωστε ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, έχει τροφοδοτήσει τη δυναμική του ακροδεξιού λαϊκισμού που κερδίζει έδαφος προσελκύοντας τις ομάδες εκείνων των πολιτών που νιώθουν «ξεχασμένοι» και «περιθωριοποιημένοι» (γνωστοί ως the left behind).

Άλλωστε με αυτούς τους ψηφοφόρους, ο Τραμπ εξελέγη απρόσμενα Πρόεδρος της υπερδύναμης.
Τούτοι είναι βεβαίως οι ψηφοφόροι τους οποίους η κεντροαριστερά θα έπρεπε να θεωρεί ως «προνομιακό της γήπεδο». Όμως, ανάλογα με την πολιτική και ιδεολογική υφή της, κινδυνεύει να τους χάσει. Τους έχασε ήδη η Χίλαρι Κλίντον, τόσο ως προσωπική εικόνα, όσο και ως πολιτική θέση, εκπροσωπώντας το «κατεστημένο».

Τους έχασε επίσης ο μέχρι πρόσφατα ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, Τζέρεμι Κόρμπιν, για άλλους λόγους, διότι θεωρείτο ιδεολογικά ακραίος και κυρίως διότι δεν είχε την αναγκαία στιβαρότητα για τη θέση του πρωθυπουργού.
Γενικότερα πάντως, η κεντροαριστερά, πέρα από τη γύμνια της σε χαρισματικούς και στιβαρούς ηγέτες, τιμωρείται διότι εδώ και χρόνια εγκατέλειψε και τις πιο στοιχειώδεις ιδεολογικές ρίζες της. Πολιτικοί όπως οι Κλίντον, Μπλερ, Σρέντερ, αλλά και ο Ομπάμα, είτε έγιναν μια ακόμη εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, είτε νέρωσαν τόσο τις ιδέες τους, ώστε να γίνουν συντηρητικοί.

Να σημειωθεί ειδικά όσον αφορά τον Ομπάμα, ότι ενώ είχε δεσμευθεί να φορολογήσει τους πλούσιους, δεν το έπραξε, ούτε μετά την κρίση του 2008. Όταν δηλαδή, οι πλούσιοι έγιναν ακόμη πλουσιότεροι!
Φυσικά, κάθε εποχή έχει τις δικές της προκλήσεις. Άρα κάποια άκαμπτα ιδεολογήματα δεν βοηθούν. Όμως στη συγκεκριμένη εποχή που διανύουμε είναι πλέον φανερό πως χρειάζεται ένα νέο αριστερόστροφο μείγμα πολιτικής. Τολμηρό, όχι ακραίο.

Προτεραιότητα αποτελεί η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου. Αναγκαία είναι μια τολμηρή αναδιανομή του εισοδήματος, υπέρ των ασθενέστερων. Η στήριξη και ο εκσυγχρονισμός του κοινωνικού κράτους, αναδεικνύοντας ικανά στελέχη του και ο τερματισμός πρακτικών ασύδοτου κομματισμού (όπως η πρόκληση των «μετακλητών» στη χώρα μας).

Συμβολή του κράτους, μέσα από διαφανή δημόσια έργα, στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ένα σύγχρονο κράτος καλείται επίσης να πρωταγωνιστήσει στην υγεία και την παιδεία.
Σε δυο δημοκρατίες με μακρά παράδοση, στην Αμερική και τη Βρετανία, τα κόμματα που μπορούν να εκφράσουν μια ριζοσπαστική κεντροαριστερά βρίσκονται σε άνοδο. Στη Βρετανία ειδικά έχουμε το χαρακτηριστικό φαινόμενο της εποχής μας, όπου τα πρόσωπα ξεπερνούν τους κομματικούς μηχανισμούς.

Ο Κηρ Στάρμερ, στιβαρός, ριζοσπάστης και συνετός, έχει αναστήσει τις προοπτικές του Εργατικού Κόμματος! Ενώ τον Μάρτιο στις δημοσκοπήσεις το Συντηρητικό Κόμμα υπερείχε με πάνω από 20%, τώρα και τα δύο κόμματα βρίσκονται ισόπαλα, το καθένα με 40%! Τούτο περιγράφεται ως «βόμβα» από τον βρετανικό τύπο. Ταυτόχρονα ενώ ο Στάρμερ έχει 14% περισσότερες θετικές κρίσεις από αρνητικές, οι αρνητικές για τον Τζόνσον κυριαρχούν με 8%.

Στην Αμερική, όπως σημείωσα στην προηγούμενη ανάλυσή μου, το ουσιώδες δεν είναι ότι ο Μπάιντεν προηγείται άνετα του Τραμπ. Αλλά το ότι έχει υιοθετήσει τις απόψεις του αριστερόστροφου ανταγωνιστή του για το χρίσμα Σάντερς σε μεγάλο ποσοστό.
Συμπεραίνοντας: Βιώνουμε μια εποχή βαθιάς κρίσης. Σε όλα τα επίπεδα. Η εποχή είναι μεταβατική. Και τούτο την καθιστά ακόμη πιο απρόβλεπτη. Στην οικονομία τα ακόμη πιο δύσκολα είναι μπροστά μας. Η μεγαλύτερη πρόκληση πάντως είναι οι κοινωνικές ανισότητες.

Και το μέγα ζητούμενο είναι ηγέτες που να μπορούν να ανταποκριθούν στην πρόκληση αυτή. Εφαρμόζοντας ριζοσπαστικές συνταγές. Αλλιώς η κρίση θα διαιωνίζεται, καθώς τα κοινωνικά ρήγματα θα μεγαλώνουν. Μέχρι η νεότερη γενιά (η generation Z), ήδη ριζοσπαστικοποιημένη, να πάρει την τύχη στα χέρια της.

Ο Γιάννης Λούλης είναι επικοινωνιολόγος, πολιτικός αναλυτής και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Το τελευταίο του είναι το: Άνομος κόσμος: Πώς φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, Καστανιώτης, 2019. Για όλα τα βιβλία του: johnloulis.gr.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X