Γιάννης Λούλης: Η κρίση, η αναζήτηση ηγετών, η ριζοσπαστική πρόκληση


Αν κάτι είναι δεδομένο σε σχέση με την εποχή που βιώνουμε, τούτο αφορά την τοξικότητά της. Στις καπιταλιστικές δημοκρατίες οι τοξίνες διαπερνούν το πολιτικό σκηνικό, τις οικονομικές δομές και κυρίως το κοινωνικό πεδίο τους. Σ’ αυτό το πεδίο, το κεντρικό χαρακτηριστικό είναι οι πρωτοφανείς ανισότητες. Αυτές προκαλούν κοινωνικά ρήγματα όλο και μεγαλύτερου βάθους. Ανισότητες οδηγούν, με τη σειρά τους, σε ανεξέλεγκτη πόλωση. Ενώ, μέσα από την πόλωση, ξεπηδούν τα ακροδεξιά λαϊκιστικά ρεύματα που είναι η ανερχόμενη πολιτική δύναμη της εποχής μας, με αποκορύφωμα την εκλογή Τραμπ στην Αμερική, δηλαδή την ηγέτιδα του δημοκρατικού στρατοπέδου.

Με δυο λόγια λοιπόν, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες βιώνουν μια πολυεπίπεδη κρίση, που τείνει να ριζώσει. Τούτη, από μόνη της, αποτελεί βόμβα στα θεμέλια των δημοκρατιών. Πέρα από τον εαυτό τους, που είναι ο κύριος εχθρός τους, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν πλέον και επικίνδυνους αντιπάλους: Την Κίνα του Χι και τη Ρωσία του Πούτιν. Αυτές οι δυο δικτατορίες έχουν γίνει ακόμη πιο σκληρά καπιταλιστικές στο εσωτερικό τους και όλο και πιο άνομες στη διεθνή παρουσία τους. Και οι δυο δικτατορίες διαμορφώνουν εξαιρετικά άνισες κοινωνίες, με προνομιακούς ολιγάρχες, που υπηρετούν τα καθεστώτα βίας και αυθαιρεσίας των χωρών αυτών.

Το πιο ανησυχητικό φαινόμενο στις καπιταλιστικές δημοκρατίες, είναι πως τη βαθύτερη κρίση τη βιώνει η ηγέτιδα δύναμή τους. Η Αμερική, μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου, υπήρξε θύμα του «φαινομένου Τραμπ». Τώρα ο Τραμπ, μπροστά στο πιθανό πολιτικό τέλος του, απειλεί να μην παραδώσει την εξουσία. Παρανοϊκά, προαναγγέλει εκλογική νοθεία. Άρα, προετοιμάζει μία εκρηκτική κρίση, εφόσον οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα. Το χειρότερο όμως βρίσκεται σε ένα άλλο βαθύτερο επίπεδο: ο Τραμπ δεν είναι η πηγή που δημιούργησε την τωρινή πολιτική κρίση στην Αμερική. Αποτελεί, ένα από τα πιο επικίνδυνα συμπτώματά της. Η πηγή που τον γέννησε, ως φαινόμενο, έχει ακόμη πιο τοξικά συστατικά. Στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο, είχαμε την κρίση του 2008, εκείνη των εξαχρειωμένων «ελεύθερων» αγορών, και την ευπρόσδεκτη απαξίωση του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Στο πολιτικό και διεθνές πεδίο είχαμε την απόλυτη παγκόσμια ανομία της υπερδύναμης, με τον Μπους, και ηπιότερο συνοδοιπόρο τον αποκαρδιωτικό Ομπάμα. Εισβολή στο Ιράκ, ποδοπάτηση του διεθνούς δικαίου, βασανιστήρια, drones, στήριξη δικτατόρων, ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις κλπ.

Καθώς όμως η πολυεπίπεδη κρίση απλώνεται στο δημοκρατικό στρατόπεδο, ήρθε και η πανδημία, με το χάος που φέρνει και το τεράστιο φορτίο της, στην ήδη εύθραυστη παγκόσμια οικονομία. Παράλληλα, είναι κομβικό πως το πολιτικό προσωπικό των καπιταλιστικών δημοκρατιών σπάει το φράγμα του μετρίου. Όλο, και προς τα κάτω! Μετριότητες κυριαρχούν και ανακυκλώνονται στο χώρο της πολιτικής. Πέρα από τη Μέρκελ στη Γερμανία, που σε λίγο συνταξιοδοτείται, υπάρχει η έρημος των ασήμαντων. Αυτοί απωθούν. Δυσλειτουργούν. Στην Αμερική, το Δημοκρατικό Κόμμα είχε ως απογοητευτικούς προεδρικούς υποψηφίους την Κλίντον και τον Μπάιντεν. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τον Μπους και τον Τραμπ. Στην Γαλλία, από τους Ντε Γκωλ, Μιττεράν, ήρθαν οι Σαρκοζί, Ολάντ και ο υπερτιμημένος και αλαζονικός Μακρόν. Αυτός, έχει μόνη σανίδα πολιτικής σωτηρίας, το ότι πιθανός αντιπαλός του θα είναι η Λεπέν. Η Βρετανία, χώρα με τεράστια κοινοβουλευτική παράδοση, έκανε μια διαδρομή με τους Κάμερον (άκριτος), Μέη (κάτω του μετρίου), Τζόνσον (ήδη απερίγραπτος) και τον μέχρι τώρα ηγέτη των Εργατικών Κόρμπιν (κυριολεκτικά θλιβερός).

Με δεδομένη την πραγματικότητα αυτή στα κόμματα, και το κάτω του μετρίου πολιτικό προσωπικό τους, ένα είναι το ζητούμενο: Η μεταμόρφωσή τους. Τούτη, μπορεί να γίνει μόνο εκ των άνω! Δηλαδή, από κάποια ηγεσία. Διότι, ως άρρωστοι οργανισμοί, τα κόμματα θα συνεχίσουν να ανακυκλώνουν τον θλιβερό μικρόκοσμό τους, που τους είναι οικείος. Ενώ η μιζέρια του μικρόκοσμου προσφέρει στα στελέχη ασφάλεια. Γι’ αυτό άλλωστε η αλλαγή των κομμάτων σε βάθος, δεν είναι επιθυμητή από κανένα. Συνήθως, ούτε και από τις ίδιες τις ηγεσίες! Στη Βρετανία πάντως είχαμε μια εντυπωσιακή εξαίρεση: Το σοκ της πρόσφατης συντριβής των Εργατικών, ανέδειξε έναν ηγέτη, τον πρώην Γενικό Εισαγγελέα Κηρ Στάρμερ, που είναι αποφασισμένος να αλλάξει το κόμμα του. Με νέο κεντροαριστερό πολιτικό στίγμα. Σύμφωνο με τους καιρούς. Δηλαδή, ούτε ασυνάρτητα αριστερίστικο όπως συνέβαινε επί Κόρμπιν, ούτε κεντροδεξιό, όπως ήταν επί Μπλερ. Το Εργατικό Κόμμα επί Στάρμερ, είναι ριζοσπαστικό, αλλά και μετρημένο. Η μείωση των ανισοτήτων και ο πιο ενεργός ρόλος του κράτους στην οικονομία, είναι η πολιτική σπονδυλική στήλη του.

Η σημασία μιας ικανής ηγεσίας στην εποχή μας, είναι τεράστια. Το αποδεικνύει ο Στάρμερ που ξέρει καλά ποια εικόνα θέλει να προβάλλει. Επιδιώκει λοιπόν με τη στιβαρότητα, σοβαρότητα και συγκρότησή του, να εκπέμψει κυρίως ένα συναίσθημα: Την εμπιστοσύνη! Τι έκανε λοιπόν ο Στάρμερ; Η δική του εικόνα, προεκτάθηκε πάνω στο κόμμα του. Αποδεικνύοντας ότι ο ηγέτης μπορεί, γρήγορα, να γίνει η «φωτογραφία» του κόμματός του. Το αποτέλεσμα ήταν συνταρακτικό: Τον Απρίλιο οι Συντηρητικοί προηγούντο με 24% στις δημοσκοπήσεις. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, Συντηρητικοί και Εργατικοί βρίσκονταν, έκαστος, στο 40%! Έγινε πάταγος. Στο τέλος του μήνα, οι Εργατικοί προηγούντο με 3%. Ο Στάρμερ δεν ήταν μόνο πιο συμπαθής από τον Τζόνσον. Θεωρείται πλέον πιο «πρωθυπουργικός»! Σε ελάχιστο διάστημα, προσλαμβάνεται ως «πρωθυπουργός εν αναμονή».

Η εποχή που διανύουμε ευνοεί μια κεντροαριστερά που είναι συνεπής στον εαυτό της, με άξονες πάνω στους οποίους μπορεί να χτίσει το αφήγημά της: Τη μείωση των ανισοτήτων, τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και τον πιο ενεργό ρόλο του κράτους στην οικονομία.

(Για όσους ενδιαφέρονται, υπάρχει μια εξαιρετική ανάλυση του βιογράφου του Κέυνς, Λόρδου Skidelsky, παλιού γνώρισμου, για το τι θα πρότεινε ο Κέυνς σήμερα ως οικονομική πολιτική απέναντι στην κρίση, που δημοσιεύεται υπό τον τίτλο “What Keynes would do” στην επιθεώρηση New Statesman, 18-24/Σεπτέμβριος.)

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να επισημανθεί, άλλο ένα παράδειγμα που πιστοποιεί ότι οι συνετές ριζοσπαστικές θέσεις έχουν πλέον όλο και μεγαλύτερη απήχηση στην εποχή μας. Ως γνωστόν (το έχουμε ήδη επισημάνει στο παρελθόν), ο Μπάιντεν υιοθέτησε σημαντικό μέρος των ριζοσπαστικών θέσεων του Μπέρνυ Σάντερς που ήταν ο ανταγωνιστής του για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος. Σύμφωνα λοιπόν με δημοσκόπηση (IPSOS) για το NBC, στο ντιμπέιτ με τον Τραμπ, ο Μπάιντεν κέρδισε τις εντυπώσεις, κυρίως με τις ρζοσπαστικές θέσεις-προτάσεις του. Και όχι με την παρουσία του!

Υπάρχει λοιπόν τώρα ένα ερώτημα: Αν κοιτάξουμε προς το μέλλον, μήπως διαφαίνονται αχτίδες φωτός; Η κρίση, ταχύτερα ή βραδύτερα (το πιθανότερο), συν οι πιο ριζοσπαστικοποιημένες νεότερες γενιές, μπορούν να αλλάξουν τις πολιτικές ισορροπίες παγκοσμίως. Ούτως ή άλλως, πάντως, ο ασύδοτος καπιταλισμός, φθάνει στο τέλος του. Εντονότερος εξισωτισμός και ενεργότερος ρόλος του κράτους στην οικονομία, θα κυριαρχήσουν. Με την υποχώρηση του νεοφιλελευθερισμού, μορφές ριζοσπαστισμού έρχονται να σφραγίσουν μια νέα εποχή.

Ο Γιάννης Λούλης είναι επικοινωνιολόγος, πολιτικός αναλυτής και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Το τελευταίο του είναι το: Άνομος κόσμος: Πώς φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, Καστανιώτης, 2019. Για όλα τα βιβλία του: johnloulis.gr.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X