Eπίκαιρο όσο ποτέ το νέο βιβλίο του Αλιμιώτη, Γιάννη Λούλη


Στο νέο του βιβλίο Άνομος κόσμος, Πως φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, (Εκδόσεις Καστανιώτη), ο Αλιμιώτης Γιάννης Λούλης αναλύει το σκοτεινό φαινόμενο του ακροδεξιού λαϊκισμού που επικράτησε στην Αμερική και κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη, μέσα από τις αιτίες που ανέδειξαν τον Ντόναλντ Τραμπ σε πρόεδρο των ΗΠΑ.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο.

Η πολιτική κρίση, με τις διάφορες εκφράσεις της, αποτελεί τροφοδότη του ακροδεξιού λαϊκισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν περνούσαν μια σοβαρή κρίση, ο ακροδεξιός λαϊκισμός θα περιοριζόταν σε ένα περιθωριακό πολιτικό ρεύμα. Δεν θα εξελισσόταν σε σοβαρή ανταγωνιστική δύναμη. Με φιλοδοξίες κυριαρχίας.
Ο διανοούμενος και πολιτικός φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, διάσημος στη Γαλλία και γνωστός πέρα από τα σύνορά της πατρίδας του, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα. Όντως γεννά ιδέες. Συχνά προκλητικές. Όμως κάποιοι αφορισμοί του αστοχούν. Τούτο συνέβη σε πρόσφατη συνέντευξή του που έδωσε στη χώρα μας (Καθημερινή), όπου αναφέρθηκε στην απειλή της Ακροδεξιάς την οποία –καταρχάς και όχι δόκιμα– χαρακτήρισε «φασισμό».

Λέει λοιπόν ο Λεβί: «Πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι η αιτία του φασισμού είναι ο φασισμός. Θρέφεται από τον εαυτό του! Με διαφορετικούς οικονομικούς και ιδεολογικούς καταλύτες κάθε φορά». Με αυτά που λέει, ο Λεβί επιχειρεί να απαλλάξει τις «φιλελεύθερες ελίτ» από τις ευθύνες τους για το σχετικό φαινόμενο. Και μας προτρέπει «να σταματήσουμε» την «επίμονη» και «επαχθή» επίκριση κατά των (φιλελεύθερων) ελίτ.
Με την άποψη αυτή θα διαφωνούσαν (και ορθά άλλωστε) πολλοί φιλελεύθεροι διανοητές. Με πρώτο και καλύτερο τον διάσημο πολιτικό φιλόσοφο JohnGray, όπως έχουμε ήδη σημειώσει. Αν δεχτούμε την εκτίμηση αυτήν του Λεβί, η εικόνα για τη δυναμική του ακροδεξιού λαϊκισμού καταλήγει να είναι λειψή.

Το φαινόμενο προφανώς δεν «γεννά» τον εαυτό του! Η αιτία για την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού δεν πηγάζει από μέσα του. Έρχεται απ’ έξω. Από εξωγενείς παράγοντες που αφορούν τις ίδιες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες και τις πολιτικές τους ελίτ. Τούτο, αν δεν γίνει αντιληπτό και επιλέξουμε να το ξορκίσουμε, θα έχει μόνο ένα αποτέλεσμα: Δεν θα μπορέσουν οι δημοκρατίες να διορθώσουν τις στρεβλώσεις τους, οι οποίες τροφοδοτούν αυτόν τον ακραίο λαϊκισμό. Όσα έχουν ήδη προηγηθεί στο παρόν βιβλίο, άλλωστε, επιβεβαιώνουν ξεκάθαρα την οπτική αυτή.
Καταλυτική αποδείχτηκε, πάνω απ’ όλα, η αδυναμία του πολιτικού συστήματος της Αμερικής η οποία διευκόλυνε την επικράτηση του Τραμπ. Επρόκειτο για μια ευρύτατη αλληλουχία αδυναμιών, με τη μία να προστίθεται στην άλλη. Ώστε εντέλει να συμβεί εκείνο που αρχικά φάνταζε αδύνατο. Όλο το κατεστημένο πολιτικό σύστημα απέτυχε, στα διάφορα στάδια της διαδρομής του Τραμπ, να λειτουργήσει ως ανάχωμα. Αντίθετα, έγινε διευκολυντής του! Η διαδρομή αυτή είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς πολιτικά ευάλωτοι λαϊκιστές ευνοούνται καθοριστικά από ένα σύστημα που θα έπρεπε να αποτελεί σθεναρό εμπόδιο γι’ αυτούς.

Έχουμε ήδη αναλύσει το πώς, ως αμιγώς αντισυστημικός και ανεξάρτητος υποψήφιος, ο Ντόναλντ Τραμπ θα ήταν αδύνατο να εκλεγεί πρόεδρος. Ο Ρος Περό, επίσης επιχειρηματίας, απέναντι σε δύο υποψηφίους που στήριζαν οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί (Μπιλ Κλίντον και Μπους ο Πρεσβύτερος) έκανε μια αξιοπρεπή εμφάνιση αλλά ηττήθηκε καθαρά. Και τούτο διότι συνεθλίβη ανάμεσα στις μυλόπετρες των δύο κυρίαρχων κομμάτων της Αμερικής. Γι’ αυτό ο Τραμπ επέλεξε το όχημά του, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Με προμετωπίδα ένα κατεστημένο κόμμα, εμφανίστηκε λοιπόν ταυτόχρονα και ως Ρεπουμπλικανός αλλά και ως αντίπαλος του φιλελεύθερου κατεστημένου με τη λαϊκιστική εικόνα του. Ως Ρεπουμπλικανός, απέκτησε κρίσιμη παραταξιακή νομιμοποίηση. Ενώ με την αντισυμβατική και φαινομενικά αντικατεστημένη παρουσία του ήταν μέσα στο οργισμένο πνεύμα των καιρών.

Τον Τραμπ ευνοούσε επίσης ένας ισχυρότατος εξωγενής παράγοντας, που ήταν ό,τι καλύτερο για τη φιλοδοξία του. Και τα δύο μεγάλα παραδοσιακά κόμματα της Αμερικής βρίσκονταν σε σοβαρή κρίση. Αυτά καλούνταν να επιλέξουν, το καθένα, τον υποψήφιό τους για την προεδρία.

Ποια είναι λοιπόν η σκληρή πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί; Αν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν περνούσε μια διπλή κρίση, τόσο σε ικανό πολιτικό προσωπικό όσο και ιδεολογικά, δεν θα έδινε το χρίσμα στον (επιεικώς) ιδιόρρυθμο Τραμπ. Με τη σειρά του βεβαίως, και ένα πολιτικά υγιές Δημοκρατικό Κόμμα δεν θα αυτοκτονούσε πολιτικά δίνοντας το δικό του χρίσμα στη Χίλαρι Κλίντον! Αυτά τα δεδομένα δεν τα διαμόρφωσε ο Τραμπ. Του προσφέρθηκαν στο πιάτο ως ανεκτίμητα δώρα.

Άλλος ένας εξωγενής παράγοντας που ευνόησε τον Τραμπ ήταν η γενικευμένη αίσθηση για μια Αμερική σε παρακμή. Ένας υποψήφιος «τύπου Τραμπ», που εμφανιζόταν εκτός κατεστημένου, που καλλιεργούσε τον εθνικισμό (AmericaFirst), που λειτουργούσε συναισθηματικά, πορευόταν μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η πρωτόγονη ρητορική του μπορούσε να βρει ανταπόκριση.

Είχαν προηγηθεί οι άφρονες πόλεμοι του Μπους. Η οικονομική κρίση του 2008, με τις κοινωνικές της συνέπειες. Ο Ομπάμα ήρθε ως ελπίδα αλλά συνέχισε, με ηπιότερη μορφή, τις άνομες πρακτικές του προκατόχου του, κάτω από μια ζαχαρώδη επιφάνεια. Οι δημοκρατικοί θεσμοί ήταν απαξιωμένοι: από το Κογκρέσο και τους λομπίστες έως τον προεδρικό θεσμό. Το πολιτικό σύστημα έμοιαζε να μη λειτουργεί. Το πολιτικό προσωπικό φτώχαινε διαρκώς. Οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη.

Το 1989 έδινε την εντύπωση πως οι δημοκρατίες θα πολλαπλασιάζονταν. Πως οι αξίες τους θα κυριαρχούσαν. Όμως η κρίση της πολιτικής παγκοσμίως, ο κλυδωνισμός των καπιταλιστικών οικονομιών το 2008, οι βαθιές ανισότητες αλλά και η αυθαιρεσία των ισχυρών οδήγησαν σε έναν άνομο κόσμο. Από εκεί θα ξεπηδούσαν οι τοξίνες της «εποχής Τραμπ».

 

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X