Ο Νεοσμυρνιώτης Τεό Σπυρόπουλος είναι ο καλύτερος bartender της Ελλάδας




(Από τον Θανάση Χαραμή  – lifo.gr – Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν)

Ο κυρίαρχος του ελληνικού τελικού του World Class Τεό Σπυρόπουλος, ετοιμάζεται να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στον παγκόσμιο τελικό στο Λονδίνο έχοντας στις αποσκευές του τον τίτλο του κορυφαίου Έλληνα Bartender για το 2014.   Το “Dinner with Mr. Suzuki” από γάλα σόγιας, Johnnie Walker Platinum Label, σάκε Tanqueray No. Ten, φρέσκο lychee και μερικά ακόμη συστατικά, συγκέντρωσε την υψηλότερη βαθμολογία. Πίσω από το μαγικό αυτό μιξ κρύβεται  πολύ επιμονή, σκληρή προετοιμασία, το μεράκι και το ταλέντο του 27χρονου Bar Manager του Tailor Made.   Μια μέρα μετά τον θρίαμβο, με το ραντεβού να έχει δοθεί μπροστά στη μπάρα του άνδρου του, ο Τεό μιλά στο LIFO.gr και εξηγεί γιατί δεν αισθάνεται ο καλύτερος μπαρτέντερ της Ελλάδας.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη και μέχρι τα 18 μου δεν είχα καμία επαφή με τον χώρο. Όταν σε εκείνη την ηλικία ξεκίνησα τις σπουδές μου σαν Graphic Designer, παράλληλα άρχισα και τα πρώτα μου μεροκάματα σε beach bars και συνοικιακά καταστήματα. Τα κλασικά πρώτα βήματα που είναι και λίγο άτσαλα και που μέσα από ένα μπαρ νομίζεις πως η δουλειά αυτή είναι βότκα λεμόνι και διασκέδαση. Μετά ξεκίνησα συνεργασία με μια εταιρεία και άρχισα να ανακαλύπτω ένα πολύ διαφορετικό κόσμο και μια εντελώς ξεχωριστή φιλοσοφία την οποίο αγνοούσα…   Ήταν ένας κόσμος μαγικός και πολύ πιο ενδιαφέρον από ότι είχα δει, αλλά είχε και τρομερές απαιτήσεις. Συνέπεια, διάβασμα, ενημέρωση, εξάσκηση, συμπεριφορά, ψυχολογία, επαγγελματισμός.  Το πόστο αυτό δεν είναι αυτό που ίσως κάποιοι φαντάζονται και δεν είναι μόνο διασκέδαση. Μετά την πρώτη χρονιά συνεργασίας μου με την εταιρεία με ανακάλυψε ο Ηλίας Κιούσης της  Bar Philosophy, με παρότρυνε να ξεκινήσω εκπαιδευτικά σεμινάρια και τελικά στα 23 μου ενσωματώθηκα στην ομάδα σαν Bartending Instructor. Τρία χρόνια πριν και μερικές μέρες προτού ανοίξει το Tailor Made, βρέθηκα να επισκέπτομαι την ομάδα σαν trainer και τελικά έγινα μέλος αυτής.

Δεν θεωρώ πως είμαι ταλέντο. Το αγαπούσα, δούλεψα, έκανα εκατοντάδες ώρες “προπόνησης” και όταν τελείωνα πίσω από τη μπάρα συνέχιζα την εξάσκηση το πρωί με διάβασμα και ενημέρωση ενώ παράλληλα σπούδαζα. Κάνοντάς τα όλα μαζί για ένα διάστημα, κατάλαβα πως έπρεπε να διαλέξω και όπως φαίνεται η πρώτη επιλογή μου δεν ήταν το graphic design… Με ρωτάς που θα είμαι σε 20 – 30 χρόνια και μπορώ με σιγουριά να σου πω πως φαντάζομαι τον εαυτό μου πίσω από μια μπάρα. ίσως να μην είναι σε μαγαζί, αλλά να είναι σε κάποιο workshop. Μπορεί όμως και αν είναι στο δικό μου μαγαζί. Θα ήθελα κάποια στιγμή να δημιουργήσω τον δικό μου χώρο όπως εγώ τον φαντάζομαι. Ένα μικρό μαγαζί που θα μπορεί να εξυπηρετεί λίγους και θα παρουσιάζει την ολοκληρωμένη εμπειρία ενός κοκτέιλ όπως του αρμόζει.   Πιστεύω ακράδαντα πως το κοκτέιλ δεν μπορεί να είναι απλά και μόνο ένα προσεγμένο, εύγευστο ποτό. Είναι εμπειρία που έχει να κάνει με την επαφή με τον πελάτη και που απαιτεί να γίνεται μπροστά του και να αποκαλύπτεται από τη στιγμή της παρασκευής του έως την ώρα που θα το γευτεί. Όλο αυτό πρέπει να γίνεται μπροστά του και να έχει προηγηθεί επικοινωνία, να του έχεις εξηγήσει τι θα πιει και πώς προκύπτει η κάθε συνταγή, να του δώσεις λίγη μαγεία. Αν όλα αυτά δεν έπαιζαν ρόλο τότε θα δουλεύαμε στις κουζίνες.

Φυσικά και δεν είναι μόδα το κοκτέιλ και μόνο ως τέτοια δεν μπορεί να θεωρείται και να αντιμετωπίζεται. Η επαφή με το ελληνικό κοινό άργησε και ίσως δεν έγινε με τον τρόπο που έπρεπε. Αρχικά ήταν προνόμιο λίγων και το καλό, προσεγμένο κοκτέιλ δεν το έβρισκες εύκολα. Μετά έγινε πιο mainstream και “κακοποιήθηκε” ή λόγω κρίσης απλουστεύτηκε. Όλοι ήθελαν να έχουν κοκτέιλ στον κατάλογο, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς πολλοί από αυτούς δεν έχουν κοκτέιλ αξιοπρεπή. Είναι και λίγο δύσκολο να αλλάξεις τη φιλοσοφία του Έλληνα που προτιμάει το πολύ από το ποιοτικό. Αρχικά πρέπει να παλέψεις με τον εφιάλτη της μεζούρας και το πως ακόμη και τώρα την αντιμετωπίζει ο πελάτης. Κατόπιν πρέπει να τον κάνεις να καταλάβει πως όπως δεν θα πεις σε έναν πιλότο πως να κάνει τη δουλειά του, το ίδιο ισχύει και σε έναν επαγγελματία που έχει εκπαιδευτεί πάνω στη φιλοσοφία και τους κανόνες που υπαγορεύει η δημιουργία κοκτέιλ. Ο επαγγελματίας δεν κάνει του κεφαλιού του, αλλά ακολουθεί ακριβώς τη διαδρομή που πρέπει για να ευχαριστήσει αυτόν που έχει μπροστά του. Πάντως είναι πολύ ευχάριστο που ολοένα και περισσότεροι αναγνωρίζουν τον επαγγελματισμό και εμπιστεύονται τον άνθρωπο που τους εξυπηρετεί, του ζητάνε να τους προτείνει, δοκιμάζουν νέα πράγματα και θέλουν να μάθουν τι βρίσκεται στο ποτήρι τους.

Δεν περίμενα καν πως θα προκριθώ. Κέρδισα και φυσικά το χάρηκα, αλλά δεν αισθάνομαι ο καλύτερος bartender της Ελλάδας. Όλοι οι συνάδελφοι του διαγωνισμού είναι οι καλύτεροι. Όλοι όσοι αγαπούν τα κοκτέιλ και πασχίζουν για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους είναι οι καλύτεροι της Ελλάδας. Περιμένω με μεγάλη λαχτάρα να πάω στον τελικό, αλλά δεν πάω ανταγωνιστικά και δεν πάω για να κερδίσω το βραβείο. Πάω για να κερδίσω εμπειρία, γνώση και να βρεθώ με συναδέλφους μου που αγαπάνε το ίδιο αντικείμενο με μένα. Επίσης πρέπει να σου πω πως δεν μου αρέσει ο όρος bartender ή mixologist. Eίμαι ένας άνθρωπος που πίσω από μια μπάρα προσπαθώ να εξυπηρετήσω, να προσφέρω και να ικανοποιήσω άλλους ανθρώπους.

 

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X