Λίγα λόγια για την εορτή των Τριών Ιεραρχών


«Πᾶ­σά τε ἐ­πι­στή­μη χω­ρι­ζο­μέ­νη δι­και­ο­σύ­νης καὶ τῆς ἄλ­λης ἀ­ρε­τῆς πα­νουρ­γί­α, οὐ σο­φί­α φα­ί­νε­ται».                                Πλάτωνος, “ Μενέξενος”  347a

Από τα αρχαία ακόμη χρόνια οι άνθρωποι προβληματίζονταν σχετικά με τη σχέση της θρησκευτικής πίστης και της ανθρώπινης γνώσης. Πολλοί πολιτισμοί απέκλειαν τους απλούς ανθρώπους από τα γράμματα, θεωρώντας τα ως προνόμιο των Θεών και των Ιερέων. Άλλοι πάλι απέρριπταν την ανθρώπινη γνώση προβάλλοντας μόνο την θρησκευτική αφοσίωση και τη μαγική εξάρτηση από πνεύματα και θεότητες. Οι Αρχαίοι Έλληνες έκαναν την τομή την εποχή τους. Αναζήτησαν τη γνώση και δεν εμπόδισαν κανέναν από την απόκτησή της,  απαλλάσσοντας ταυτόχρονα τον ανθρώπινο νου από μαγικές και ειδωλολατρικές εξαρτήσεις, δίνοντας έναν αέρα ελευθερίας και προόδου και φθάνοντας σε μεγάλα ύψη πνευματικής εξέλιξης.

Αυτήν την παράδοση ακολούθησαν και οι Τρεις Ιεράρχες, ξεπερνώντας τη συνηθισμένη θρησκευτική ενόραση, την οποία μπορεί να διαθέτει κάθε θρήσκευμα. Έχοντας εντρυφήσει σε κάθε ανθρώπινη γνώση και σε όλες τις επιστήμες και σπουδάζοντας στα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της εποχής τους, δεν αρκέστηκαν στην προσωπική τους ανέλιξη ούτε χρησιμοποίησαν τη θέση τους για την ατομική τους ευδαιμονία. Ούτε πολύ περισσότερο χρησιμοποίησαν αυτή την υπεροχή για να επιβληθούν πάνω στους άλλους ή για να καταστρέψουν τους συνανθρώπους τους ή τη φύση. Πρόσθεσαν στην αρχαιοελληνική παράδοση την πίστη και την προσήλωση στην αγάπη και την προσφορά προς τον πλησίον. Υπηρέτησαν ταυτόχρονα και το πνεύμα και το σώμα του ανθρώπου, θέτοντας τα θεμέλια για την ψυχοσωματική του ολοκλήρωση. Έκαναν πράξη την ευαγγελική ρήση «γνωρίστε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει». Αγωνίστηκαν για να βελτιώσουν ταυτόχρονα την πνευματική αλλά και την κοινωνική κατάσταση, εργαζόμενοι με ποιμαντικό και ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για το σύνολο.

Ο Μέγας Βασίλειος Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας της Καππαδοκίας προσέφερε την προσωπική του περιουσία αλλά και τις όποιες δωρεές πιστών προς την Εκκλησία που ποίμαινε, για να δημιουργήσει μια νέα πόλη πρότυπο, τη Βασιλειάδα. Εκεί όλοι οι κάτοικοι, αδιάφορα του τι πίστη ακολουθούσαν ή ποιάς καταγωγής ήταν, ζούσαν με ισοτιμία και αλληλεγγύη, καλύπτοντας με την εργασία τους όχι μόνο τις προσωπικές τους αλλά και τις κοινωνικές ανάγκες. Στη Βασιλειάδα όλοι οι φτωχοί έβρισκαν δουλειά και τροφή, όλοι οι άρρωστοι είχαν θέση στο νοσοκομείο, όλοι οι άστεγοι φιλοξενούνταν από τους υπόλοιπους, όλοι οι αμόρφωτοι μάθαιναν γράμματα και όλοι γενικώς ήταν καλοδεχούμενοι. Για δεύτερη φορά στον κόσμο, μετά την πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, τα πάντα ήταν κοινά σε όλους και κανείς δεν έλεγε ότι ήταν κάτι δικό του. Ο ίδιος προώθησε την ανθρώπινη γνώση και έδωσε το στίγμα της προσωπικής του θέσης, γράφοντας πως τίποτε δεν είναι ανάξιο προσοχής αλλά κάθε γνώση απ’ όπου κι αν προέρχεται έχει κάτι να προσθέσει στον άνθρωπο.

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο επονομαζόμενος Θεολόγος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ανέλαβε πνευματικό αγώνα για την επικράτηση της αλήθειας και την αποφυγή των αιρέσεων, που επιβάλλονταν με την ισχύ της αυτοκρατορικής πειθούς. Άφησε με τη γραφίδα του πλούσια πνευματική κληρονομιά, ισάξια της σπουδαίας παράδοσης της αρχαιότητας, στην οποία συνδύασε την αρετή της προσωπικής μόρφωσης με την αρετή της κοινωνικής ενσυναίσθησης και της ευαισθησίας προς τους αδύνατους συνανθρώπους. Ταπεινός ο ίδιος ως μοναχός, έδωσε σημασία στα ταπεινά πλάσματα της εποχής του, στρεφόμενος εναντίον της καταπίεσης της γυναίκας από τους άνδρες, ζητώντας την κοινωνική αλλαγή στις σχέσεις των δύο φύλων και γενικότερα των ανθρώπων.

Ο Ιωάννης, Αρχιεπίσκοπος κι αυτός της Κωνσταντινούπολης, που έλαβε την επωνυμία Χρυσόστομος για τη ρητορική του δεινότητα, συγκρούστηκε με το εξουσιαστικό κατεστημένο της αυτοκρατορικής αυλής αλλά και με τον διεφθαρμένο κλήρο της εποχής του, ζητώντας τον ερχομό μιας νέας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας όπου θα επικρατεί η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η αυτάρκεια και δεν θα υπάρχει εκμεταλλευτής και κυρίαρχος. Έδωσε αγώνα για να προστατευθούν οι απλοί πολίτες από τη μήνι των αρχόντων, οργάνωσε συσσίτια για τη διατροφή των πενήτων, κινητοποίησε γυναίκες και άνδρες για την προσφορά κοινωνικής φροντίδας και πρόνοιας προς όσους είχαν ανάγκη και προώθησε τη γνώση και τη μόρφωση στα κατώτερα στρώματα των κατοίκων της Αντιόχειας και της Κωνσταντινούπολης, όπου έδρασε.

Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, το γεγονός ότι η Ελληνική Πολιτεία έχει ορίσει εδώ και εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια τους τρεις αυτούς σπουδαίους σοφούς Πατέρες ως προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων. Το φωτεινό τους παράδειγμα είναι χρήσιμο για όλες τις εποχές, για να δείχνει πως ο άνθρωπος πρέπει να ξεφεύγει από τον ατομισμό του και να χρησιμοποιεί την πνευματική και επιστημονική του εξέλιξη για το καλό και όχι για την καταστροφή. Ειδικά στις ημέρες μας έχουμε ανάγκη από τα μηνύματα που προσφέρει η παρουσία τους στην παγκόσμια ιστορία. Σήμερα, από τη μια πλευρά η αυτονόμηση της παιδείας από την κοινωνικότητα έχει φέρει την φύση στα πρόθυρα της καταστροφής για χάρη της δήθεν οικονομικής ανάπτυξης αλλά και έχει προκαλέσει βαθύτατες κοινωνικές ανισότητες με την επικράτηση της εκμετάλλευσης και της αδικίας σε ολόκληρες περιοχές του πλανήτη. Από την άλλη,  έχουν εμφανιστεί νέοι φονταμενταλισμοί, που επιδιώκουν να επιβάλουν το απάνθρωπο θέλημα των σκληρών και αδίστακτων θεών τους, απειλώντας με καταστροφή όχι μόνο τις άλλες θρησκείες αλλά και τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του.

Για αυτό, ας αγωνιστούμε όλοι μαζί για την απόκτηση γνώσεων και πνευματικών εμπειριών, προωθώντας την παιδεία και τον πολιτισμό, ταυτόχρονα με το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο και τη φύση. Μόνο τότε θα μπορούμε να γευτούμε όλοι μαζί με συνεργασία και αλληλεγγύη την κοινή παρακαταθήκη του ανθρώπινου γένους σε όλους τους τομείς αλλά και να ζούμε με ευημερία πάνω στην κοινή μας κληρονομιά, τον πλανήτη μας, με στόχο ένα καλύτερο μέλλον για όλους.

Γεώργιος Β. Τσούπρας

Δρ Θεολογίας-Σλαβολόγος

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X