Καπιταλιστικές δημοκρατίες: Πώς συνέθλιψαν το μεσαίο χώρο (άρθρο του Γιάννη Λούλη)


Ούτε άλλαξαν, ούτε πρόκειται να αλλάξουν πολλά πράγματα στις καπιταλιστικές δημοκρατίες μετά την ήττα του Τραμπ. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, δεν πρόκειται να κάνει καμιά βαθιά τομή, σε ένα πολιτικό σύστημα που γέννησε το σύμπτωμα του τραμπισμού. Ενώ ένας γνωστός πανεπιστημιακός, και διανοούμενος, ο Jackson Lears δημοσιεύει ένα συνταρακτικό άρθρο στο New York Review Books, στις 14.2.2021, με τίτλο «Προδομένη φιλελεύθερη δημοκρατία». Γράφει λοιπόν: «Ήδη το 2016, η έννοια της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κάποτε φωτεινή με υποσχέσεις, σκοτείνιασε μέσα σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές που δεν ήσαν ούτε φιλελεύθερες, ούτε δημοκρατικές». Και προσθέτει: «Καθώς μάλιστα ο Μπάιντεν υποσχέθηκε σε δωρητές της εκστρατείας του, πως ελάχιστα θα αλλάξουν επί της ουσίας, ο Τραμπ αριθμητικά αύξησε τους ψηφοφόρους του και μάλιστα στους πιο ευάλωτους οικονομικά, μαύρους και λατίνους». Οι «ξεχασμένοι της ζωής», λοιπόν, κάποιον άλλο Τραμπ θα αναζητήσουν.

Με δύο λόγια οι καπιταλιστικές δημοκρατίες, αν και δεν έχουν πραγματικούς ανταγωνιστές στις στυγνές δικτατορίες της Ρωσίας και της Κίνας, θα συνεχίσουν να ανακυκλώνουν την κρίση τους. Τρώγοντας τις σάρκες τους. Το δημοκρατικό στρατόπεδο, θα διατηρήσει, ως μεγάλο ασθενή, τη μόνη πλέον υπερδύναμη. Τα θεμέλια της κρίσης των περισσότερων καπιταλιστικών δημοκρατιών, θα παραμείνουν πολλαπλά: Θα ξεκινούν από το χώρο της όλο πιο απογυμνωμένης πολιτικής. Θα προεκτείνονται στο οικονομικό πεδίο, όπου θα κυριαρχούν πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα. Και τέλος, θα διαχέονται στην κοινωνία, ανοίγοντας ρήγματα για τους πολλούς και τους περιθωριοποιημένους. Γι’ αυτό η κρίση είναι πολύ δύσκολα ιάσιμη. Άλλη διάγνωση, δεν προσφέρεται. Διότι δεν υπάρχει!


Aνδρέας Κονδύλης: Κάνουμε τα ρέματα γραμμικά πάρκα πρασίνου και χώρους περιπάτου




Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, πως οι καπιταλιστικές δημοκρατίες είναι δυνατόν να επιστρέψουν στη χρυσή εποχή, αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και περίπου μέχρι το 1980. Καθώς τότε, και με βάση την πιο ριζοσπαστική διαδρομή του Φραγκλίνου Ρούσβελτ (γνωστού ως FDR) οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, έχτισαν ισχυρά κράτη πρόνοιας, ανέδειξαν συνδικάτα που ήσαν εταίροι σε μία εντυπωσιακή ανάπτυξη, ενώ μειώθηκαν δραστικά οι ανισότητες. Διασφαλίστηκε μια ευρύτατη κοινωνική συνοχή. Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος και ιστορικός Robert Kuttner Can Democracy Survive Global Capitalism, στην Ευρώπη οι εισοδηματικές ανισότητες μειώνονταν διαρκώς τη δεκαετία του 1970. Για δύο δεκαετίες η ανεργία ήταν κάτω από 2%. Ενώ τη δεκαετία του 1920, στην Αμερική, το 1% των πλουσιοτέρων κέρδιζε το 36% των εισοδημάτων, τη δεκαετία του 1950 με την πολιτική του FDR το ποσοστό υποχώρισε στο 24%.

Ας περάσουμε όμως τώρα σε έναν γνώριμο όρο που στη χώρα μας έχει κυρίως συνδεθεί με ζητήματα επικοινωνίας: τον λεγόμενο μεσαίο χώρο. Ο ίδιος όρος στην παρούσα ανάλυσή μας θα αξιοποιηθεί όχι στο πεδίο της επικοινωνίας, αλλά με την αμιγώς πολιτική διάστασή του. Η πολιτική οπτική από την ευρύτερη έννοια του μεσαίου χώρου, θα μας βοηθήσει στη διάγνωση της κρίσης των καπιταλιστικών δημοκρατιών. Μετά το 1980 λοιπόν, και κυρίως μετά το 1989, ειδικά η υπερδύναμη, αλλά όχι μόνο αυτή, θα οδηγείτο σε πολιτικές που παραβίαζαν προκλητικά τις πιο βασικές φιλελεύθερες αξίες, που αποτελούσαν πυλώνες του πολιτικού φιλελευθερισμού. Από κει και πέρα ο κατήφορος δεν είχε συγκρατημό.

Ας επιστρέψουμε όμως στον πολιτικό μεσαίο χώρο. Όταν κυριαρχούν στις φιλελεύθερες δημοκρατίες αρχές, αντιλήψεις και συμπεριφορές μεσαίου χώρου, αυτές σε μεγάλο βαθμό λειτουργούν ομαλά: χωρίς πόλωση και συγκρούσεις, χωρίς ακραίες συμπεριφορές εντός και εκτός συνόρων. Ενώ οι γέφυρες ευρύτερης συνεννόησης αντέχουν. Οι ακραίες φωνές και συμπεριφορές δεν νοείται να τροφοδοτούνται από τους κεντρικούς πολιτικούς παίκτες, δηλαδή στους πυλώνες μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Άρα μεσαίος χώρος σημαίνει συνολικά, ήπιο πολιτικό κλίμα. Όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Άλλωστε το ήπιο πολιτικό κλίμα και η συναίνεση δεν επιβάλλονται. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η σχετική έννοια θα ήταν απλώς ένα κούφιο περιτύλιγμα. Εκείνο που απαιτείται λοιπόν, είναι να υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες που να ευνοούν το ήπιο πολιτικό κλίμα.

Ζητούμενο είναι επίσης μια ισχυρή κοινωνική συνοχή. Χρειάζεται ένα δίχτυ προστασίας των οικονομικά ευάλωτων ομάδων. Είναι αδιανόητο να αυξάνονται, αντί να μειώνονται, οι οικονομικές ανισότητες, εφόσον κυριαρχούν αντιλήψεις μεσαίου χώρου. Τι συμβαίνει όμως στις καπιταλιστικές δημοκρατίες της εποχής μας; Οι ανισότητες εκτοξεύονται. Διότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται είναι σκληρά νεοφιλελεύθερες. Είτε φέρουν την ονομασία αυτή, είτε όχι, καθώς στην τελευταία περίπτωση οι ένοχοι πολιτικοί την αποφεύγουν μετά το οικονομικό κραχ του 2007-2008. Η κρίση αυτή επήλθε διότι το οικονομικό κατεστημένο της υπερδύναμης στην κεντρική τράπεζα, στις οικονομικές επιχειρηματικές ελίτ, και στους περισσότερους οικονομολόγους της εποχής εκείνης, ζούσε σε μια τεράστια ψευδαίσθηση: οι ελεύθερες αγορές δεν χρειάζονται ρυθμίσεις από το κράτος. Αυτορρυθμίζονται. Και ακολούθησε η απόλυτη απορρύθμιση. Ο κατακλυσμός, με θύματα τους πολλούς. Ενώ ο βαθύτατα συντηρητικός Ομπάμα (παρά το προοδευτικό προσωπείο του) θα φρόντιζε το κόστος να μην πέσει στους ένοχους τραπεζίτες. Έτσι μόνο πολιτική μεσαίου χώρου δεν ακολουθήθηκε.

Στην πραγματικότητα η πολιτική Ομπάμα στην κρίση υπηρετούσε τις οικονομικές ελίτ, όπως γράφει σε ένα από τα καλύτερα βιβλία για την οικονομική κρίση ο John Cassidy Why Markets Fail. Άλλωστε ο υπουργός Οικονομικών του Ομπάμα ανήκε στην οικονομική ομάδα του Μπους! Το τελευταίο που επιθυμούσε λοιπόν ο Ομπάμα ήταν να ακολουθήσει μια ριζοσπαστική πολιτική όπως ο FDR. Παρεμφερείς είναι και οι απόψεις του Adam Tooze στο κλασικό βιβλίο του Crashed. Ποιους ευνόησε λοιπόν η πολιτική του Ομπάμα όταν ήρθε ο λογαριασμός και η κρίση τέθηκε υπό κάποιο έλεγχο; Τα στοιχεία είναι συνταρακτικά: Οι οικονομικές ανισότητες εκτινάχθηκαν. Οι μόνοι κερδισμένοι ήσαν το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών. Αυτοί προσπορίστηκαν το 95% του οφέλους! Μόνο ψίχουλα κατέληξαν σε ένα τμήμα της κοινωνίας, ενώ άλλο ένα τμήμα έχασε ακόμα περισσότερο έδαφος. Αυτοί οι τελευταίοι ήσαν οι κάτοικοι των εργατουπόλεων που θα ψήφιζαν Τραμπ το 2016, δίνοντάς του τη νίκη! Ήσαν επίσης οι «ξεχασμένοι της ζωής» τους οποίους η Κλίντον (ως νέα Μαρία Αντουανέτα) θα τους αποκαλούσε «ελεεινούς» (deplorables), μία αποστροφή που έχει περάσει ήδη με την υπογραφή της στο διαδίκτυο!

Σε όλες τις καπιταλιστικές δημοκρατίες έχουν πλεόν εκτοξευθεί οι ανισότητες. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και στην Ευρώπη. Ειδικά στη Βρετανία, οι τεράστιες ανισότητες Βορρά Νότου οδήγησαν στο Brexit. Στη Γαλλία, η εκλογική δύναμη της Λεπέν στηρίζεται πλέον στην εργατική τάξη. Οργισμένοι και περιθωριοποιημένοι ψηφοφόροι βρίσκονται παντού. Συχνά τροφοδοτούν ακραίους λαϊκιστές. Όσα είδαμε να συμβαίνουν στο Καπιτώλιο είναι προέκταση της οργής αυτής και μιας πρωτοφανούς πόλωσης. Οι πολιτικές ελίτ είναι όλο πιο ανεπαρκείς και κατώτερες των περιστάσεων. Αδυνατούν ή αποφεύγουν, να δώσουν τη μάχη με τις εστίες της κρίσης, καθώς θα πρέπει να συγκρουστούν με τις οικονομικές ελίτ.

Όπως γράφει ο διάσημος οικονομολόγος Rober Reich στο βιβλίο του Saving Capitalism, οι οικονομικές ελίτ, διαθέτοντας περισσότερη οικονομική εξουσία, «άλλαξαν υπέρ τους τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού». Ένας πίνακας που δημοσιεύει στη σελίδα 162 προκαλεί σοκ, καθώς καταγράφει το εισόδημα δύο ομάδων στην Αμερική διαχρονικά: δηλαδή το χαμηλότερο 90% των πολιτών και το υψηλότερο 10%. Τα πρώτα χρόνια 1949-1953 λοιπόν, η πρώτη κατηγορία κέρδιζε το 80% των εισοδημάτων. Όμως ήδη το 1970-73 το ποσοστό υποχώρησε στο 60% και το 1982-1990 στο 20%. Το 2001-2007 ήταν λίγο πάνω από το 0%! Ενώ το 2009-2013 υποχώρησε κάτω από το 10%! Όλα τα κέρδη λοιπόν κατέληξαν στους οικονομικά ισχυρούς.

Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα της κρίσης των καπιταλιστικών δημοκρατιών: πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής. Καθώς και της σύνθλιψης του πολιτικού μεσαίου χώρου, δηλαδή της κοινωνικής συνοχής, της συναίνεσης και της μετριοπάθειας. Και η διαδρομή αυτή συνεχίζεται.

Ο Γιάννης Λούλης είναι επικοινωνιολόγος, πολιτικός αναλυτής και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Το τελευταίο του είναι το: Άνομος κόσμος: Πώς φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, Καστανιώτης, 2019. Για όλα τα βιβλία του: johnloulis.gr.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X