Τα γλυπτά του Βάσου Καπάνταη, στη Νέα Σμύρνη (ΕΙΚΟΝΕΣ)

 

Ένας ξεχωριστός Μικρασιατης Γλύπτης, Συγγραφέας & Ποιητής

Πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου του 1990.

Γεννήθηκε το 1924 στη Μυτιλήνη, δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Οι γονείς του, Δούκας και Θελξιόπη — το γένος Τσούρτσουλα — , ήταν Μικρασιάτες με καταγωγή από την Πέργαμο, ενώ μετά τον διωγμός εγκαταστάθηκαν στη Μυτιλήνη. Ο πατέρας του ήταν έμπορος καπνών και είχε, με συνεταίρους, ένα μικρό εργοστάσιο πού έκαναν τσιγάρα.

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, γλυπτικής και αρχαιολογίας αλλά και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Τα έργα του Καπάνταη χωρίζονται σε δύο μεγάλες ενότητες: τα δημόσια έργα και τα ιδιωτικά. Φιλοτέχνησε πολλά έργα με βάση το χαλκό και το μάρμαρο, τα περισσότερα με θέμα τη Μικρασιατική καταστροφή, και γενικότερα αναφορικά με την ιστορίας της Ελλάδας. Τα έργα του είναι από πηλό, πέτρα και μέταλλο.

Δικές του δημιουργίες είναι αρκετά γλυπτά που βρίσκονται στον προαύλιο χώρο του Μεγάρου της ΕΣΤΙΑΣ Νέας Σμύρνης όπου κοσμούν το κέντρο της πλατείας και το πάρκο Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Άλλα γνωστά έργα του είναι τα: Εισόδια Αθλητού (χαλκός 1968), Ηρώο Πόντιου Ακρίτα στο Χαϊδάρι (χαλκός 1987), το Ηρώο της Ελευθερίας στην Πρέβεζα.

Έχει εκδώσει το λεύκωμα «Βάσος Καπάνταης Γλύπτης» και την ποιητική συλλογή Το υπόλοιπον της διαδρομής.

Τα ιδιωτικά του έργα είναι συνήθως μικρότερα σε μέγεθος και σπανίως αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, ενώ κυριαρχεί το θέμα του. Η ανώνυμη οδός μπροστά από το Μέγαρο της Εστίας Νέας Σμύρνης έχει ονομαστεί οδός Βάσου Καπάνταη

Πηγή: Εστία Νέας Σμύρνης

ΕΣΤΙΑ Νέας Σμύρνης Σμύρνα … Στο γλυπτό εικονίζεται η μάνα και το παιδί της να αγναντεύουν προς τη χαμένη πατρίδα τους, την Ιωνία. Όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης και ακαδημαϊκός Χρ. Χρήστου, «μεταφέρει στο θεατή τη σύνδεση της μορφής με το παρελθόν αλλά και την ελπίδα για το μέλλον, το παρελθόν στη μορφή της μητέρας πατρίδας και το μέλλον στη μορφή του παιδιού, που κοιτάζει μακριά και αντικρίζει τη μακρινή χαμένη πατρίδα, στην οποία πιστεύει ότι θα ξαναγυρίσει»
ΕΣΤΙΑ Νέας Σμύρνης Ο Ακρίτας του Πόντου…. Ο Πόντος ως γεωγραφική ενότητα, από την αρχαιότητα περιλάμβανε την ευρεία παραλιακή χώρα του Εύξεινου Πόντου: η έκταση κάλυπτε τις περιοχές ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο σήμερα βρίσκεται η πόλη Βατούμ της Γεωργίας, και την Ηράκλεια την Ποντική, όπως αναφέρουν οι αρχαίοι ιστοριογράφοι Ηρόδοτος, Ξενοφώντας και άλλοι. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες για την ενίσχυση των ανατολικών τους συνόρων είχαν παραχωρήσει ιδιαίτερα προνόμια στην περιοχή, θεωρώντας τους κατοίκους του φύλακες των συνόρων της αυτοκρατορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι καλλιεργήθηκε εκεί ο κύκλος των ακριτικών τραγουδιών, γεγονός που επιβεβαιώνει την ουσιαστική προσφορά των ακριτών στη φύλαξη των βυζαντινών συνόρων. Γενικά όμως ο ποντιακός ελληνισμός, λόγω της γεωγραφικής του θέσης μπορεί να θεωρηθεί ακριτικό στοιχείο του ελληνισμού. Πάνω στην ασπίδα αναγράφεται : ΕΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ ΝΟΣΤΙΜΟΝ
Πρόσφυγες από την Περγαμο…. το μνημείο είναι αφιερωμένο στους νεκρούς της Περγάμου τον Αύγουστο του 1922. Η πόλη της Περγάμου, από την οποία κατάγονται αρκετοί από τους οικιστές της Νέας Σμύρνης, βρίσκεται 90χλμ βόρεια από τη Σμύρνη. Γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη κατά την ελληνιστική περίοδο. Η βιβλιοθήκη της ήταν μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Μετά την επανάσταση των Περγαμηνών κατά των Ρωμαίων το 88 μ.Χ. και το 117 μ.Χ. η πόλη απογυμνώθηκε από τα μνημεία της και τα έργα τέχνης, που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Στους νεότερους χρόνους η πόλη αναπτύχθηκε. Το 1914 ο πληθυσμός της επαρχίας της Περγάμου αριθμούσε 70.000 περίπου κατοίκους, εκ των οποίων 24.000 Έλληνες, 1.500 Αρμένιοι, 800 Εβραίοι και οι υπόλοιποι Τούρκοι. Το 1914 οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να καταφύγουν πρόσφυγες στην Ελλάδα (κυρίως στα νησιά) για να παλιννοστήσουν αρκετοί από αυτούς το 1919, μετά την κατάληψη της Περγάμου τον Ιούνιο του 1919 από τον ελληνικό στρατό. Η ζωή γρήγορα αποκαταστάθηκε και η πόλη γνώρισε για άλλη μια φορά μία σύντομη άνθιση. Στις 24 Αυγούστου του 1922, ο ελληνισμός της Περγάμου, υποχρεώθηκε οριστικά να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία. Ο ιστορικός τέχνης και ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου σχολιάζει σχετικά με το γλυπτό: «Με χαρακτηριστικά όπως τα άδεια μάτια των μορφών, που αναζητούν τη χαμένη πατρίδα, με τα κλειστά περιγράμματα των μορφών, που έχουν χάσει την ατομικότητάτους και είναι απλοί φυγάδες, το έργο κατορθώνει να εκφράσει, με λιτότητα και πειστικότητα, σαφήνεια και αλήθεια, όλο το περιεχόμενο του θέματος.»
Ο Έλληνας Προσκοπος… Το μνημείο των προσκόπων φιλοτεχνήθηκε το 1973 από τον Βάσο Καπάνταη μετά από αίτημα της Τοπικής Εφορείας Προσκόπων Νέας Σμύρνης, η οποία πραγματοποίησε έρανο για το σκοπό αυτό. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν το 1975 από τον τότε Υπουργό Παιδείας, Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, ενώ κάθε χρόνο οι Πρόσκοποι της Ν. Σμύρνης τελούν για τους πεσόντες Προσκόπους από το Αϊδίνι μνημόσυνο στο μητροπολιτικό ναό της Αγίας Φωτεινής και τρισάγιο στο μνημείο. Το Αϊδίνι κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό το 1919. Την περίοδο εκείνη η πόλη αριθμούσε 35.000 κατοίκους από τους οποίους οι 8.000 ήταν Έλληνες. Έναν μήνα μετά, ο ελληνικός στρατός δέχτηκε επίθεση από Τούρκους Τσέτες και αναγκάστηκε να υποχωρήσει εγκαταλείποντας την πόλη για τρεις ημέρες, κατά τις οποίες έγινε σφαγή των προσκόπων που βρίσκονταν στην πόλη. Η σφαγή των προσκόπων θεωρείται η πιο αιματηρή πτυχή του παγκόσμιου προσκοπισμού. Ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε την πόλη τρεις μέρες μετά και την εγκατέλειψε οριστικά το 1922.
Το μνημείο τιμά τους νεκρούς του 1922 από το Αϊβαλί, τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας. Το Αϊβαλί ή Κυδωνίες βρίσκεται στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Λέσβο. Η ονομασία της πόλης προέρχεται από την τουρκική λέξη ayva (αϊβά), που σημαίνει “κυδώνι”, αφού τόσο ο καρπός όσο και το όστρακο αφθονούν στην ευρύτερη περιοχή, ενώ η παλιότερη ελληνική ονομασία της πόλης ήταν Κυδωνίες, για τους ίδιους λόγους. Το Αϊβαλί ήταν πατρίδα, μεταξύ άλλων, του λογοτέχνη και ζωγράφου Φώτη Κόντογλου και του συγγραφέα Ηλία Βενέζη. Τις Κυδωνίες κατέλαβε στις 29 Αυγούστου του 1922, ο τούρκικος στρατός με αποτέλεσμα να εκτελεστούν πολλοί άνδρες. Η πόλη του Αϊβαλίου αποτέλεσε σύμβολο προσφυγιάς του 1922. Στην πόλη εγκαταστάθηκαν με τη συνθήκη της Ανταλλαγής των πληθυσμών μουσουλμάνοι, κυρίως από την Κρήτη. Στη μεταλλική βάση του γλυπτού διακρίνεται η επιγραφή : Αϊβαλί 1580 (χρονολογία ίδρυσης της πόλης από Λέσβιους).

 

Οι επιτύμβιες στήλες και τα επιτύμβια γλυπτά στήνονται πάνω από τάφους, για να σημαίνεται ο τάφος και να διαιωνίζεται η μνήμη του νεκρού, καθώς πάνω αναγράφονταν τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Το συγκεκριμένο άγαλμα έχει κατασκευαστεί για να τιμήσει τους νεκρούς της Μικρασιατικής καταστροφής.
Με την ονομασία Ιωνία ήταν γνωστή στην αρχαιότητα η περιοχή των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Περιλάμβανε επίσης τα νησιά Χίο, Σάμο, Ικαρία και άλλα μικρότερα. Παρά την παρουσία διαφορετικών φυλετικών ομάδων, Ιώνων, Αιολέων, Μινύων, το ιωνικό στοιχείο ήταν το πολυπληθέστερο και το καλύτερα οργανωμένο και έδωσε το όνομά του στην ευρύτερη περιοχή. Οι πόλεις της Ιωνίας ήταν αυτόνομες και ανεξάρτητες, είχαν όμως σχηματίσει μια ένωση δώδεκα πόλεων, την Ιωνική Δωδεκάπολη. Στους νεότερους χρόνους το ελληνικό στοιχείο στην περιοχή γνώρισε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ακμή. Με τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, οι Έλληνες των ιωνικών παραλίων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την γενέτειρά τους και να καταφύγουν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Ας σημειωθεί ότι η πλειονότητα των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σμύρνη προέρχονταν από τα δυτικά μικρασιατικά παράλια, από την Ιωνία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X