Πέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, από την δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ, έξω από το σπίτι του, στον Άλιμο, την ώρα που επέστρεφε από τη δουλειά του.
Με αφορμή τη θλιβερή επέτειο, η ΕΣΗΕΑ εξέδωσε μια σκληρή ανακοίνωση, υπογραμμίζοντας το κενό δικαιοσύνης που επικρατεί μετά την πρόσφατη απαλλαγή των κατηγορουμένων λόγω αμφιβολιών.
Η ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ:
“Συμπληρώνονται σήμερα πέντε χρόνια από τη δολοφονία του συναδέλφου μας Γιώργου Καραϊβάζ και οι δολοφόνοι του κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι.
Μετά την απαλλαγή των κατηγορουμένων για τη δολοφονία, λόγω αμφιβολιών, δεν έχει υπάρξει κάποια εξέλιξη στην έρευνα για τη διαλεύκανση της υπόθεσης που συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη.
Τόσο η ΕΣΗΕΑ όσο και η Ευρωπαϊκή και η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (ΕΟΔ και ΔΟΔ) δεν πρόκειται να σταματήσουμε να απαιτούμε να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση.
Όσο παραμένει ανεξιχνίαστη η δολοφονία Καραϊβάζ, θα αποτελεί αγκάθι στη νομιμότητα και το Κράτος Δικαίου.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ καλεί για μία ακόμα φορά την Πολιτεία να συνεχίσει τις έρευνες, όπως έχει υποχρέωση, έως ότου οι ένοχοι –φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί– οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη.”
Η ανάρτηση της Στάθας Καραϊβάζ:

«Η ήττα του κράτους απέναντι στο έγκλημα»: Η ηχηρή παρέμβαση του δικηγόρου Αντώνη Ξυλουργίδη για τα 5 χρόνια από τη δολοφονία Καραϊβάζ
Πέντε χρόνια μετά την εν ψυχρώ εκτέλεση του Γιώργου Καραϊβάζ, το τραύμα στην ελληνική κοινωνία και τη δημοσιογραφική οικογένεια παραμένει ανοιχτό, με την αίσθηση της ατιμωρησίας να βαραίνει πλέον ως θεσμική αποτυχία. Η επέτειος αυτή δεν αποτελεί απλώς μια υπενθύμιση της απώλειας ενός μάχιμου ρεπόρτερ, αλλά αναδεικνύει τις σκοτεινές πτυχές μιας δικαστικής και προανακριτικής διαδρομής γεμάτης κενά, ερωτηματικά και ακυρώσεις.
Σε μια βαρυσήμαντη ανάρτησή του, ο δικηγόρος της οικογένειας του δολοφονηθέντος δημοσιογράφου, Αντώνης Ξυλουργίδης, σπάει τη «σιωπή» που έχει επιβληθεί γύρω από την υπόθεση. Με την ιδιότητα του νομικού που έζησε τη διαδικασία από το εσωτερικό της δικαστικής αίθουσας, ο κ. Ξυλουργίδης προβαίνει σε μια σκληρή ακτινογραφία των χειρισμών της Πολιτείας.
Από την καταστροφή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και τις αμφιβολίες περί παρακολούθησης του δημοσιογράφου από την ΕΥΠ, μέχρι την πρωτοφανή ταχύτητα με την οποία «έκλεισε» η υπόθεση, ο λόγος του αποτελεί έναν δριμύ «κατηγορώ» ενάντια στην απροθυμία των αρχών να φτάσουν στην πλήρη αλήθεια.
Διαβάστε την πλήρη τοποθέτηση του Αντώνη Ξυλουργίδη:
“Πέντε χρόνια συμπληρώνονται από τη δολοφονία του Γιώργος Καραϊβάζ και η υπόθεση δεν παραμένει απλώς ανεξιχνίαστη· παραμένει ανοιχτή ως ένα βαθύ ρήγμα στο ίδιο το κράτος δικαίου. Δεν πρόκειται για μια υπόθεση που «δεν λύθηκε». Πρόκειται για μια υπόθεση που δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ με τη σοβαρότητα που της αναλογούσε. Ένας δημοσιογράφος που ερευνούσε το οργανωμένο έγκλημα, τις διασυνδέσεις του με θεσμούς και μηχανισμούς εξουσίας, εκτελέστηκε μέρα μεσημέρι έξω από το σπίτι του. Και πέντε χρόνια μετά, το μόνο που έχει αποδειχθεί είναι η αδυναμία – ή η απροθυμία – της Πολιτείας να φτάσει στην αλήθεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δολοφονία του Καραϊβάζ ξεπέρασε από νωρίς τα ελληνικά σύνορα και απασχόλησε διεθνείς οργανισμούς και ενώσεις δημοσιογράφων, που είδαν σε αυτήν όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα σύμπτωμα. Η Ελλάδα βρέθηκε να απολογείται για το αν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια όσων ερευνούν και αποκαλύπτουν. Και το ερώτημα παραμένει μέχρι σήμερα αναπάντητο.
Την ίδια στιγμή, αιωρείται μέχρι σήμερα ένα ακόμη σκοτεινό σημείο: εάν ο Καραϊβάζ τελούσε υπό παρακολούθηση από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Δεν έχει δοθεί καμία σαφής, πειστική και πλήρης απάντηση. Και σε ένα κράτος δικαίου, η σιωπή των αρχών σε τέτοια ερωτήματα δεν είναι ουδετερότητα· είναι ένδειξη προβλήματος. Διότι είτε παρακολουθείτο και δεν το γνωρίζουμε, είτε δεν παρακολουθείτο και δεν το αποδεικνύει κανείς. Και στις δύο περιπτώσεις, η θεσμική αξιοπιστία τραυματίζεται.
Η δίκη που ακολούθησε δεν αποκατέστησε αυτή την εμπιστοσύνη. Αντιθέτως, την κλόνισε ακόμη περισσότερο. Το λέω όχι ως παρατηρητής, αλλά ως δικηγόρος που ήταν παρών στη διαδικασία. Από την πρώτη στιγμή, πριν ακόμη εξεταστεί μάρτυρας, πριν αποτιμηθεί αποδεικτικό υλικό, ανακοινώθηκε ότι η δίκη θα διαρκέσει έναν μήνα. Όχι ως εκτίμηση, αλλά ως δεδομένο. Σε ποια άλλη σοβαρή υπόθεση ανθρωποκτονίας προκαθορίζεται η διάρκεια πριν καν αρχίσει η ουσιαστική εξέταση; Η εικόνα μιας διαδικασίας που έπρεπε απλώς να «τελειώσει» είχε ήδη διαμορφωθεί.
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, κρίσιμα στοιχεία χάθηκαν ή απαξιώθηκαν. Το περίφημο CD, που θα μπορούσε να συμβάλει στην αναζήτηση της αλήθειας, καταστράφηκε. Δεν πρόκειται για μια τεχνική αστοχία. Πρόκειται για ένα γεγονός που από μόνο του αρκεί για να γεννήσει εύλογες αμφιβολίες για την πληρότητα της έρευνας. Όταν αποδεικτικά μέσα εξαφανίζονται, η αλήθεια δεν αποδυναμώνεται απλώς – ακυρώνεται.
Η αθώωση των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Λάλας, μετέπειτα δολοφονηθείς, παρουσιάστηκε ως κατάληξη μιας «δίκαιης διαδικασίας». Στην πραγματικότητα, ήταν η επιβεβαίωση ότι η διαδικασία δεν κατάφερε να φτάσει εκεί που όφειλε. Η Δικαιοσύνη δεν απάντησε στο βασικό ερώτημα. Δεν μας είπε ποιος σκότωσε τον Καραϊβάζ. Μας είπε μόνο ότι δεν αποδείχθηκε η ενοχή συγκεκριμένων προσώπων. Αυτό όμως δεν είναι δικαίωση. Είναι κενό. Είναι ουδετερότητα. Είναι η ήττα του κράτους απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και στους επίορκους λειτουργούς.
Και το κενό αυτό διευρύνθηκε από τη στάση που ακολούθησε. Δεν ασκήθηκε έφεση υπέρ του νόμου. Δεν υπήρξε η παραμικρή ένδειξη ότι η Πολιτεία επιθυμεί να επανεξετάσει ουσιαστικά την υπόθεση. Η αναίρεση απορρίφθηκε μέσα σε περίπου 48 ώρες. Σε μια υπόθεση με τέτοια βαρύτητα, με τόσες σκιές, με τόσο έντονο δημόσιο ενδιαφέρον, η ταχύτητα αυτή δεν δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας. Δημιουργεί την εντύπωση ότι η υπόθεση έκλεισε επειδή έπρεπε να κλείσει.
Και κάπου εδώ, η υπόθεση Καραϊβάζ παύει να είναι μόνο μια ποινική υπόθεση. Γίνεται καθρέφτης. Καθρέφτης της σχέσης του κράτους με την αλήθεια, της Δικαιοσύνης με την ευθύνη, των θεσμών με την ίδια τους την αποστολή. Διότι η πραγματική αποτυχία δεν είναι ότι δεν έχουν συλληφθεί οι δολοφόνοι. Η πραγματική αποτυχία είναι ότι πέντε χρόνια μετά, δεν φαίνεται να υπάρχει η απαιτούμενη βούληση να βρεθούν.
Για όσους από εμάς βρεθήκαμε μέσα στη δικαστική αίθουσα, η υπόθεση αυτή δεν είναι στατιστική, ούτε τίτλος ειδήσεων. Είναι μια εμπειρία που αφήνει ένα επίμονο, δυσάρεστο ερώτημα: αν σε μια τόσο κραυγαλέα υπόθεση δεν εξαντλήθηκαν όλα τα μέσα, τότε σε ποια θα εξαντληθούν; Και αν η Δικαιοσύνη δεν επιμένει όταν η κοινωνία το απαιτεί, τότε ποιος θα το κάνει;
Πέντε χρόνια μετά, δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει μόνο σιωπή. Και η σιωπή αυτή δεν προστατεύει κανέναν. Εκθέτει τους πάντες.”
notia team
Ο συγγραφέας δεν έχει συμπληρώσει ακόμη το βιογραφικό του.
Δείτε όλα τα άρθρα από notia team