Μετά το Αφγανιστάν: Το νέο σταυροδρόμι της Αμερικής (άρθρο του Γιάννη Λούλη)




Να λοιπόν που το Αφγανιστάν δεν είναι απλώς μια γεωπολιτική κουκίδα στο χάρτη. Αλλά πλέον, έγινε ένα ορόσημο. Όλοι οι αναλυτές λοιπόν που αναζητούν τη μεγάλη εικόνα, αντιλαμβάνονται πως το ορόσημο τούτο κλείνει τη σελίδα μιας ολόκληρης εποχής. Και ανοίγει μια νέα. Αυτή, φυσικά, παραμένει αχνή. Για την ώρα, έστω. Ενώ η μοναδική υπερδύναμη, η Αμερική, βρίσκεται σε ένα νέο παγκόσμιο σταυροδρόμι. Άλλωστε, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, που είχε ως σύμβολο και αφετηρία την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ακολούθησαν μια σειρά από σταυροδρόμια που διαμόρφωσε η υπερδύναμη, ως ηγέτιδα του δημοκρατικού καπιταλιστικού στρατοπέδου. Σε αυτά, ο κανόνας ήταν, να επιλεγούν λάθος στροφές στην παγκόσμια λεωφόρο, με σοβαρό κόστος για το δημοκρατικό καπιταλιστικό στρατόπεδο.

Πριν όμως φθάσουμε στο τωρινό σταυροδρόμι, που αφορά εκείνο που προσδιορίσαμε ως το «μετά το Αφγανιστάν» νέο τοπίο, είναι σημαντικό να κοιτάξουμε τα διάφορα σταυροδρόμια μιας διαδρομής μετά το 1989. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, υπήρξε ένα ντόμινο δημιουργίας δημοκρατικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη. Το ίδιο θα συνέβαινε αργότερα στη Λατινική Αμερική, αλλά και στην Ασία. Ο δημοκρατικός καπιταλισμός δεν ήταν μόνο νικητής, αλλά και παγκόσμιο πρότυπο, με ηγέτιδα τη μόνη πλέον υπερδύναμη, που ήταν η Αμερική. Η πρώτη προειδοποίηση όμως για τη νέα διαδρομή της ήρθε από τον διάσημο πολιτικό επιστήμονα Samuel Huntington. Αυτός θα συμβούλευε την Αμερική να μη πορευθεί αλαζονικά ως η «μοναχική υπερδύναμη» (the lonely superpower). Η απάντηση ήρθε από την τότε υπουργό Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ που δήλωνε πως «η Αμερική στέκεται πιο ψηλά από τα άλλα έθνη και γι’ αυτό βλέπει μακρύτερα»! Τούτο ήταν λοιπόν το πρώτο σήμα κινδύνου.


Σημαντική παρέμβαση Κονδύλη στο συνέδριο της ΚΕΔΕ: Οι Αποκεντρωμένες είναι η ντροπή της Ελληνικής δημόσιας διοίκησης




Με την έλευση του Μπους του Νεότερου, και την 11η Σεπτεμβρίου, άρχισε η εποχή της Απόλυτης Ανομίας, με ένοχο την Αμερική και συνεταίρο τη Βρετανία του αμοραλιστή Τόνυ Μπλερ. Κηρύχθηκε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» (the war on terror), που ήταν ένας συνδυασμός τρομολαγνείας, ακραίας αυθαιρεσίας, καταρράκωσης του διεθνούς δικαίου και στυγνής παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Μπους και οι «νεοσυντηρητικοί», από την πρώτη στιγμή, είχαν ως κεντρικό στόχο την εισβολή στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, με απώτερη στρατηγική επιδίωξη τον πλήρη έλεγχο της Μέσης Ανατολής. Από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, επιχείρησαν ψευδόμενοι να συνδέσουν τον Σαντάμ με το πλήγμα της 11ης Σεπτεμβρίου. Τούτο θα αποκάλυπτε ο «τσάρος της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας», εντός του Λευκού Οίκου, Richard Clarke στο σχετικό βιβλίο του. Όταν έγινε φανερό ότι οι ένοχοι ήταν ισλαμιστές, με ηγέτη τον Μπιν Λάντεν, το σενάριο άλλαξε: Ο Σαντάμ υποτίθεται πως διέθετε χημικά όπλα και με αυτά σκόπευε να πλήξει την Αμερική. Τέτοια όπλα δεν υπήρξαν ποτέ μετά από έρευνες ετών από πυρηνικούς επιστήμονες του ΟΗΕ.

Ενώ λοιπόν ο στρατηγικός στόχος του Μπους ήταν να πληγεί το Ιράκ, προηγήθηκε απρόσμενα η άφρων εισβολή στο Αφγανιστάν, όπου φιλοξενείτο ο Μπιν Λάντεν. Επρόκειτο για επίδειξη ισχύος που δεν είχε κανένα νόημα. Καθώς ο Μπιν Λάντεν θα μπορούσε να εκδιωχθεί από το Αφγανιστάν, απλά και ωραία, και να καταδιωχθεί αργότερα. Έτσι άρχισε μια εικοσαετής περιπέτεια για την υπερδύναμη στο Αφγανιστάν. Επρόκειτο για έναν παράλογο αυτοεγκλωβισμό της Αμερικής σε έναν τόπο χωρίς στρατηγική σημασία, που είχε ήδη υπερνικήσει δυο αυτοκρατορίες. Το σταυροδρόμι αυτό λοιπόν, οδηγούσε σε απόλυτο αδιέξοδο. Η αλαζονεία, άλλωστε, έχει συχνά το πικρό της κόστος.

Τα του Ιράκ είναι γνωστά. Η μόνη υπερδύναμη δεν βρήκε ίχνος χημικών όπλων στο Ιράκ. Παραβιάστηκε το διεθνές δίκαιο με τον πιο προκλητικό τρόπο. Στη Βρετανία, μια ανεξάρτητη επιτροπή διερεύνησης υπό τον τεχνοκράτη Sir John Chilcot, δεκαετίες αργότερα, κατέληξε πως ο Μπλερ είπε ωμά ψεύδη για την απειλή από τον Σαντάμ! Παράλληλα, οι Αμερικανοί πρόεδροι Μπους και Ομπάμα, κλιμάκωσαν την εμπλοκή στο Αφγανιστάν, με μόνο αποτέλεσμα τα πολλαπλά αδιέξοδα. Ουρά τους, ήταν φυσικά ο Μπλερ. Υποτίθεται πως όλοι θα έχτιζαν ένα «νέο έθνος» (nation building). Αυτό κατάντησε να έχει απόλυτα διεφθαρμένους Αφγανούς προέδρους, τις αντίστοιχες κλίκες τους και τους συγγενείς τους (όπως συνέβη ειδικά με τον Καρζάι, τον προτελευταίο πρόεδρο). Τούτο το «νέο έθνος» κατέρρευσε με το απλό φύσημα του πρώτου ανέμου που έφερε το νέο ότι «οι Αμερικανοί φεύγουν από το Αφγανιστάν». Έτσι τα δισεκατομμύρια δολαρίων που επενδύθηκαν, έπεσαν σε ένα άπατο πηγάδι. Να σημειωθεί ότι η επιχειρησιακή κλιμάκωση του Ομπάμα που έφθασε τους 100.000 Αμερικανούς στρατιώτες το 2011 κόστισε 500 δις δολάρια, με τα 32 δις να κατευθύνονται στον αφγανικό στρατό. Ναι, αυτόν που εξαϋλώθηκε μέσα σε λίγες μέρες, απέναντι σε ισχνά οπλισμένους Ταλιμπάν!

Είναι ομολογουμένως απίστευτο ότι η μόνη υπερδύναμη, που είχε κερδίσει κατά κράτος τον Ψυχρό Πόλεμο, έχασε τελείως το δρόμο της, και λειτούργησε αυτοκαταστροφικά στην κινούμενη άμμο του Αφγανιστάν. Η επιλογή αυτή δεν είχε καμιά λογική ερμηνεία, πέραν της έπαρσης εκείνου που νιώθει μόνος και πανίσχυρος! Είναι, άλλωστε, στο πλαίσιο της έπαρσης αυτής, που μια γενιά νεότερων Αμερικανών στρατιωτικών ηγετών πίστευαν πως οι νέες τεχνολογίες τους, ήσαν ανίκητες. Έτσι, προέκυψαν τα «μοδάτα» συστατικά του όρου COIN, δηλαδή τις λεγόμενες «αντιεπαναστατικές επιχειρήσεις» (counter-insurgency operations). Αυτές δοκιμάστηκαν στα πεδία του Ιράκ και Αφγανιστάν, με νέους σταρ όπως ο Petraeus, ο Mc Master και άλλοι στρατηγοί. Απέναντι σε αυτούς, οι ασπόνδυλοι πολιτικοί ηγέτες (όπως ο Ομπάμα) δεν τόλμησαν να αντιταχθούν.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι αρχικοί 1.000 Αμερικανοί στρατιώτες στο Αφγανιστάν το 2001, έγιναν 10.000 το 2002, ενώ την περίοδο 2008 (επί Μπους) έφθασαν τους 48.500. Την ίδια περίοδο, οι Ταλιμπάν αντί να υποχωρούν, δυνάμωναν όλο και περισσότερο. Επί Ομπάμα (του προέδρου με τις περισσότερες προσδοκίες και τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις) οι στρατιώτες έφθασαν τους 68.000 το 2009 και κορυφώθηκαν τους 100.000 το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου! Ενώ σταδιακά, καθώς το COIN δεν μπόρεσε να συνθλίψει τους Ταλιμπάν, άρχισε η ραγδαία μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων που έπεσαν στους 8.400 το 2016! Η αμερικανική έπαρση λοιπόν πέτυχε μόνο ένα πράγμα: την ταπείνωσή της.

Ο Μπάιντεν, νεοεκλεγμένος, επέλεξε άλλο σταυροδρόμι και εξέπληξε ευχάριστα σε πολλά μέτωπα, από τη στροφή σε μια κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, στη φορολόγηση του πλούτου και τον στρατηγικό στόχο της μείωσης των ανισοτήτων. Μπορεί να έσφαλλε σε σχέση με τη στήριξη της εισβολής στο Ιράκ, όμως διαφοροποιήθηκε ανοιχτά στις συσκέψεις με τον Ομπάμα αντιτασσόμενος στην κλιμάκωση (surge) του 2009. Και το κυριότερο: Έκλεισε, ως πρόεδρος πλέον, τη στρόφιγγα της εμπλοκής στο Αφγανιστάν. Με το 70% να τον επικροτεί, σε μια Αμερική η οποία μπαίνει πλέον σε ένα νέο σταυροδρόμι. Ενώ, ίσως ο μεγαλύτερος έπαινος για τον ίδιο, είναι η θρασύτατη επίθεση εναντίον του από τον Τόνυ Μπλερ (απαξιωμένο πλήρως στη Βρετανία) που θα χαρακτήριζε την απόσυρση της Αμερικής «ως τραγική, επικίνδυνη και ανόητη (imbecilic)».

Το περιοδικό New Statesman, στη Βρετανία, είναι έγκυρο και συνετό. Αντιδρώντας αρχικά στην απόφαση Μπάιντεν απόσυρσης από το Αφγανιστάν, λειτούργησε αφελώς και συναισθηματικά. Θεώρησε την αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν, ως «προδοσία» προς τους Αφγανούς. Σύντομα όμως, αντέδρασε διαφορετικά, ομολογώντας ότι η απόφαση Μπάιντεν «δεν στερείται λογικής». Άλλωστε, ο νέος μόνιμος συνεργάτης του, ο διάσημος οικονομολόγος Adam Tooze, δημοσίευσε μια εύστοχη κεντρική μελέτη, όπου τονίζεται το αυτονόητο: Αποχωρώντας από το Αφγανιστάν, η Αμερική δεν κλείνεται στον εαυτό της. Απλώς αλλάζει στρατηγική. Άλλωστε οι στρατιωτικές της δαπάνες επί Μπάιντεν θα φθάσουν τα 753 δις δολάρια (από 311 δις το 2001 και 560 δις το 2015, αλλά και 700 δις επί Τραμπ). Η έμφαση, θα είναι λοιπόν «στην ποιοτική υπεροχή των όπλων της, μέσω όμως της οικονομικής κυριαρχίας της». Οι απόψεις αυτές του Tooze είναι ιδιαίτερα εύστοχες.

Πέρα από αυτά όμως, είναι σημαντικό, στο νέο σταυροδρόμι που μοιάζει να βρίσκεται η Αμερική, να αφήσει στην άκρη την αλαζονεία της, η οποία την έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα μετά τη νίκη της στον Ψυχρό Πόλεμο. Η έπαρση αυτή άλλωστε συνδυάσθηκε με την απόλυτη καταρράκωση των φιλελεύθερων αξιών, που έπαψαν να αποτελούν πυξίδα της. Αν αυτά τα δύο στοιχεία λοιπόν δεν συμπέσουν, τότε και στο νέο σταυροδρόμι της θα λοξοδρομήσει. Για μια ακόμη φορά. Με επιπτώσεις όχι μόνο για την ίδια. Αλλά και παγκόσμια.    

Ο Γιάννης Λούλης, διδάκτωρ του Cambridge, είναι επικοινωνιολόγος, αναλυτής και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Το τελευταίο του είναι το: Άνομος κόσμος: Πώς φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, Καστανιώτης, 2019. Για όλα τα βιβλία του: johnloulis.gr.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X