Άτλας Καλλιθέας: Στις παλαίστρες του ουρανού ο «γίγας της τσέπης» (ΕΙΚΟΝΕΣ)

Την Παρασκευή 28 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί η κηδεία του Μπάμπη Χολίδη. Ο δις Ολυμπιονίκης έφυγε από τη ζωή αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στο χώρο του αθλητισμού και ειδικότερα της πάλης.
Στεφάνια δε θα κατατεθούν. Αντιθέτως θα μαζευτούν χρήματα για τη κιβωτό του Κόσμου! Επιθυμία του Μπάμπη(Ανηψιος Μ.Χολιδη Κυριος Βασιλειαδης).
Στις 14:00 στον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου Αχαρνών( Κεντρικη πλατεια μενιδιου Πλ. καραβου) θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα η σορός του, ενώ στις 17:00 θα ακολουθήσει η νεκρώσιμος ακολουθία.
Προσφυγας Αθλητης του Ατλα Καλλιθεας Πρωταθλητης Ολυμπιονικης Δασκαλος Παραγοντας Πολιτευτης Αξιωματικος της Αστυνομιας Πατερας Συζυγος Αδερφος Θειος Ανθρωπος

ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΣΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΧΟΛΙΔΗ

Ο «γίγας της τσέπης». Πρωταθλητής από τα 12 χρόνια του στα 52 κιλά και ακολούθως 2 Χάλκινα Μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες στα 57κ. Γενν. το 1957 στην ΕΣΣΔ και μικρός ήρθε στην Ελλάδα όπου περιστοιχιζόταν βασικά από πόντιους παλαιστές. Γράφτηκε στον Άτλαντα Καλλιθέας και άρχισε τους τίτλους από το 1969 στην Ελληνορωμαϊκή. Κατάκτησε 2 μετάλλια σε παγκόσμια (1978 – 86), 3 μετάλλια σε ευρωπαϊκά 1976 – 1983 – 86) 4 μετάλλια σε Μεσογειακούς, από το 1975 μέχρι το 1987 κ.λ.π. Είναι ο μόνος παλαιστής μαζί με τον Γαλακτόπουλο με 2 Ολυμπιακά Μετάλλια. Τρεις φορές οι Αθλητικοί Συντάκτες τον ονόμασαν αθλητή της χρονιάς (1978, 1983, 1988). Σημαιοφόρος στους Ολυμπιακούς της Σεούλ, υπηρέτησε όλα του τα χρόνια στην Αστυνομία, έστω και αν ήταν βραχύσωμος . Έχει μια κόρη και ένα γιό.

Επειδή δεν τον γνώρισε η νέα γενιά… και πρέπει να γνωρίσει!

Ο Θοδωρής Χαμάκος μιλά για τον Μπάμπη Χολίδη με περιστατικά!

Τι να πρωτοαναφέρω. Είναι τόσα πολλά και η στενοχώρια μου τόσο μεγάλη. Η φωτογραφία είναι από την απονομή του κυπέλλου, λόγω της αποχώρησής του από την ενεργό δράση. Στο γήπεδο του Πανελληνίου Γ.Σ. το 1989 κατά τη διάρκεια του διεθνούς τουρνουά ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, με συμμετοχή πάνω από 20 χώρες.
Θυμάμαι όταν έχασε στον ημιτελικό, που τον πήρα στενοχωρημένο και πήγαμε πολλά χιλιόμετρα με τα πόδια στο ξενοδοχείο, για να ηρεμίσει γιατί το απόγευμα έπαιζε για το χάλκινο μετάλλιο με τον Κινέζο, τον οποίο διέλυσε βέβαια με 6-1. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι ο Βούλγαρος, από τον οποίο έχασε στον ημιτελικό, δεν έπαιξε τελικό λόγω τραυματισμού και έτσι το χρυσό πήγε στον Ούγγρο, χωρίς αγώνα στην ουσία. Τον Ούγγρο, τον οποίο πάντα κέρδιζε ο Μπάμπης.
Αυτά έχει όμως ο αθλητισμός. Τύχη, ατυχία, χαρά, λύπη, νίκη, ήττα.
Ενα άλλο περιστατικό :
«Όχι ρε γαμώτο. Ήλθα τόσο μακριά από το σπίτι μου
για να χάσω από τον πρώτο αγώνα;
Όχι, θα τον κερδίσω!!!»
Και τον κέρδισε.
Τον Τσεστιάκοφ, το Ρώσο.
Στη Σεούλ το 1988.
Και μετά πήρε το μετάλλιο.
Αυτός ήταν ο Μπάμπης o Χολίδης.
Παλικάρι με τα όλα του.
Δεν κόλωνε πουθενά.
Ποτέ δεν κοίταγε τη χώρα προέλευσης του αντιπάλου του.
Τι ρώσος, τι βούλγαρος κλπ. Γι’ αυτόν ήταν όλοι «του χεριού μου». όπως έλεγε.
Θα μπω μέσα και θα τον γ…. Θυμάμαι μια εμμονή που είχε με τους Τούρκους, που οφειλόταν στη γνωστη αντίθεση των Ποντίων με αυτούς. Θυμάμαι ότι μου έλεγε
» δεν θα χάσω ποτέ από Τούρκο». Και πραγματικά, ποτέ, μα ποτέ δεν τον κέρδισε Τούρκος.
Και το μετέδιδε αυτό και στους μαθητές του. Τι να πρωτοθυμηθώ. Ας είναι ένας επιτάφιος θρήνος όλα αυτά για τον μεγάλο αθλητή και πάνω απ’ όλα τον πραγματικό άνθρωπο.

Πέτρος Γαλακτόπουλος

Ο Μπάμπης Ο Χολιδης, παιδί του Ατλάντα Καλλιθέας, συναθλητής μου στα 18 του, προπονητής του στην Εθνική, παιδί όλης της Ελλάδας, αποχώρησε όρθιος, μαχητής, άφηνει πρώτυπο για τους νέους.Ο Μπάμπης Ο Χολίδης, το παιδί μου, ο μαθητής μου, πάλευε σαν λιοντάρι, με ψυχη αυτήν την ψυχή που διακρίνει την ρατσα του την τιμημενη την ποντιακή, είχε δύναμη, ψυχή, ευγένεια, σεβασμό, στόχους, αγάπη για την πάλη, και την πατρίδα του, που τίμησε με 2 ολυμπιακά και καθαρά μετάλλια… Πρόσφερε στο αγώνισμα και σαν προπονητής με το ίδιο πάθος και τον ίδιο ζήλο που πάλευε, αλλά ο αντίπαλος μας χτύπησε… Ύπουλα

Ο Μπάμπης Χολίδης ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας αθλητής.

Κέρδισε ΕΠΤΑ μετάλλια, σε μεγάλες διοργανώσεις. Δύο χάλκινα στους Ολυμπιακούς, 1984 και 1988. Δύο χάλκινα στα παγκόσμια πρωταθλήματα ανδρών 1978 και 1986 και Τρία σε πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα ανδρών, αργυρά το 1983 και 1986 και χάλκινο το 1976, τα περισσότερα από κάθε Έλληνα παλαιστή, ενώ αναδείχθηκε τρεις φορές καλύτερος Έλληνας αθλητής από τον Π.Σ.Α.Τ. (Πανελλήνιος σύνδεσμος αθλητικού τύπου).

Έφυγε ο Μπάμπης στα 63 του…

Από τη θύρα 9 του Σταδίου Καραϊσκάκη ξεκίνησε ο παλαιστής Μπάμπης Χολίδης την πορεία προς την αθλητική καταξίωση και την ολυμπιακή διάκριση. Στα μέσα της δεκαετίας του `60, μαζεύονταν εκεί οι περισσότεροι πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ενωση. Κάτω από την εξέδρα ήταν το προπονητήριο του Ατλαντα Καλλιθέας. Ο Ολυμπιονίκης του Λός Αντζελες και της Σεούλ, γεννήθηκε στην πόλη Παχταράου του Καζακστάν την 1η Οκτωβρίου 1956.
Στις 8 Ιουνίου 1965 με τους γονείς του Δημήτρη και Ελένη, τον αδελφό του Χρήστο, ο οποίος επίσης ασχολήθηκε με την πάλη και τις αδελφές του Μαρία και Δέσποινα, αντίκριζαν για πρώτη φορά τη μητέρα πατρίδα. Εγκαταστάθηκαν στην Καλλιθέα και γράφτηκε στο 3ο δημοτικό σχολείο της πόλης. Δεν έμεινε όμως για πολύ στα γράμματα. Το 1968 τον τράβηξε η πάλη και ο Άτλαντας, στον οποίο έβρισκαν καταφύγιο οι περισσότεροι Πόντιοι κατά την επιστροφή τους στην πατρίδα. Όπως θυμάται «όλοι οι συνομήλικοι που ήρθαμε μαζί από την πρώην ΕΣΣΔ, ασχοληθήκαμε με την πάλη. Πηγαίναμε τα απογεύματα και προπονούμαστε στο στάδιο Καραϊσκάκη υπό τις οδηγίες του Παράσχου Μπόρα, κορυφαίου προπονητή στην ιστορία της ελληνικής πάλης».
Ο Χολίδης όταν αγωνίσθηκε για πρώτη φορά στην κατηγορία των παίδων, ζύγιζε μόλις 24 κιλά. Αν και μικροκαμωμένος δεν άργησε να δείξει το ταλέντο του. Το 1971 αναδείχθηκε στην Θεσσαλονίκη πρωταθλητής Ελλάδας στους άνδρες, στην κατηγορία των 48 κιλών. Η στιγμή ήταν μοναδική για να φύγει από το μυαλό του. «Ήμουνα μόλις 15 χρονών και ζύγιζα 44 κιλά. Στον τελικό νίκησα όμως τον Σωτήρη Βέτα, ο οποίος τέσσερις μήνες νωρίτερα είχε κατακτήσει την 4η θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Σόφιας».
Το 1972 ο Γεώργιος Πετμεζάς εμπιστεύθηκε στον Χολίδη μια θέση στην εθνική ομάδα. «Είχα την ευτυχία ο πατέρας μου να αγαπάει τον αθλητισμό και όταν κλήθηκα στην εθνική δεν με άφησε να ξαναπάω στην οικοδομή. Οταν μάλιστα σταμάτησα το σχολείο, ήμουνα πρωί – βράδυ με τον Πετμεζά», δηλώνει.
Κάπως έτσι, με πολύ δουλειά και θυσίες, ανδρώθηκε ο αθλητής, ο οποίος έμελλε να τιμήσει και με το παραπάνω τα ελληνικά χρώματα. Το 1976 σε ηλικία 19 χρόνων συμμετείχε στην ελληνική αποστολή που ταξίδεψε στον Καναδά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Είχε ήδη στη συλλογή του ένα χάλκινο μετάλλιο ευρωπαϊκού πρωταθλήματος (1976 – Λένινγκραντ), αλλά δεν ήταν αρκετό για να φοβίσει τους αντιπάλους του. «Ήμουνα παιδί πάνω στην ανάπτυξη και χρειάστηκε παραμονές των αγώνων να χάσω 11 κιλά για να αγωνισθώ στην κατηγορία των 52 κ. Αν ανέβαινα κατηγορία ίσως να πήγαινα καλύτερα», τονίζει.
Το ίδιο λάθος επαναλήφθηκε το 1980 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας. Έχασε και πάλι πολλά κιλά και ο οργανισμός του δεν άντεξε. Έκτοτε έβαλε μυαλό. Άρχισε να παλεύει στα 57κ. και οι διακρίσεις δεν άργησαν να έρθουν. Το 1984 στο Λος Αντζελες αγωνίσθηκε στον μικρό τελικό με αντίπαλο τον Ρουμάνο Νικολάι Ζαφίρ. Τον νίκησε με 1-0 κατακτώντας το χάλκινο μετάλλιο. «Είχα ήδη αποκτήσει τεράστιες εμπειρίες. Το μόνο που έλειπε από τη συλλογή μου ήταν ένα ολυμπιακό μετάλλιο. Δεν θα συγχωρούσα τον εαυτό μου αν έχανα από τον Ρουμάνο. Είχα κάνει το λάθος νωρίτερα όταν έπαιξα συγκρατημένα με τον αθλητή από την Ιαπωνία και έμεινα εκτός μεγάλου τελικού παραχωρώντας ισοπαλία 6-6».
Μεγάλος μαχητής και σίγουρος για τις δυνατότητές του, ακολούθησε το 1988 την ελληνική αποστολή για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Σεούλ, παρά το γεγονός ότι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό
«Πήγα στη Σεούλ ουσιαστικά με ένα πόδι. Το 1987 υποβλήθηκα σε δύο εγχειρήσεις και είχαν τοποθετηθεί τέσσερις λάμες στην επιγονατίδα. Δεν ήθελα όμως να χάσω τους Ολυμπιακούς Αγώνες και για το λόγο αυτό μετά την εγχείρηση πήρα μέρος στο πρωτάθλημα Ευρώπης, αποκλειστικά και μόνο για να κατοχυρώσω το δικαίωμα συμμετοχής στην κορυφαία γιορτή του πλανήτη. Το Σεπτέμβριο του 1988 ήμουν σε καλή κατάσταση και στον μικρό τελικό νίκησα τον Βούλγαρο Στόγιαν Μπάλοφ».
Ο αγώνας με τον Βούλγαρο ήταν το κύκνειο άσμα για τον μικροκαμωμένο παλαιστή με το περίσσιο θράσος. Ήταν τρίτος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα το 1978 και το 1986. Δεύτερος στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα του 1983 και 1986. Κατέκτησε χάλκινο μετάλλιο στο παγκόσμιο κύπελλο το 1982, ασημένιο το 1983 και χρυσό το 1985, ενώ αναδείχτηκε Μεσογειονίκης το 1975 και 1979.
Ο ίδιος δηλώνει ότι μπορούσε να πετύχει περισσότερα. «Αν είχα προπονηθεί σε μια καλύτερη σχολή πάλης, όπως ήταν η σοβιετική ή της Βουλγαρίας, για 10 χρόνια δεν θα με κέρδιζε κανένας στον κόσμο. Οι συνθήκες στην Ελλάδα δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές και εγώ ήμουνα εκείνος ο οποίος μάθαινα τεχνική στους συναθλητές μου,», τονίζει.
Ο Έλληνας Ολυμπιονίκης θεωρεί κορυφαίο παλαιστή όλων των εποχών τον χρυσό Ολυμπιονίκη της Μόσχας στην κατηγορία του, τον Τσέρικοφ, ο οποίος αυτοκτόνησε πριν λίγα χρόνια. «Χόρευε στο ταπί όπως ο Νουρέγεφ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο αστυφύλακας Μπάμπης Χολίδης, τίτλος που του απονεμήθηκε από την Ελληνική Αστυνομία για την επιτυχία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984, το 1989 επέστρεψε στον Άτλαντα Καλλιθέας για να αρχίσει προπονητική καριέρα. Το 1990 ανέλαβε προπονητής της εθνικής ομάδας των παίδων και το 1996 οδήγησε μαζί με τον Γιώργο Ποζίδη την εθνική ομάδα των ανδρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα. Στη συνέχεια εργάστηκε ως συνεργάτης του Ρώσου Γκενάντι Σαπούνοφ στην εθνική ομάδα ανδρών της ελληνορωμαϊκής.
Από το 1998 έως το 2000 διετέλεσε πρώτος προπονητής στην εθνική ανδρών, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Θανόπουλο και τον Αριστείδη Γρηγοράκη.

ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ: 1976, 1980, 1984 (3ος), 1988 (3ος)
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΜΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ: 3ος στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1978 και του 1986, 2ος στο Ευρωπαϊκό του 1983 και του 1986, 3ος στο Ευρωπαϊκό του 1976, Μεσογειονίκης: 1975, 1979.

Η πρώτη ήταν τον Αύγουστο του 1978 στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του Μεξικό.
Αγωνιζόταν στα 52 κιλά και είχε χάσει τουλάχιστον 7 – 8 κιλά.

Οι αγώνες γίνονταν σε ένα γκρουπ με διπλό αποκλεισμό (για να αποκλειστείς έπρεπε να χάσεις δύο φορές) διαρκούσαν τρεις ημέρες, όσες και η ζύγιση που γινόταν στις 8 η ώρα το πρωί.
Μετά την πρώτη ημέρα των αγώνων και ενώ ο Μπάμπης είχε τρεις νίκες σε ισάριθμους αγώνες μετά το τέλος του τρίτου αγώνα ήταν 55 κιλά και την επόμενη μέρα το πρωί έπρεπε να ζυγιστεί 52 για να συνεχίσει.

Δυστυχώς προθερμαντήριο με ταπί όπως το γνωρίζουν σήμερα οι αθλητές δεν υπήρχε και οι παλαιστές που έπρεπε να χάσουν κιλά, γινόντουσαν δρομείς αποστάσεων φορώντας διπλές φόρμες και αντιανεμικά.
Φορώντας αδιάβροχα λοιπόν και διπλές φόρμες ο Μπάμπης, μετά τις 9 το βράδυ έτρεχε στο στίβο του γηπέδου που ήταν μπροστά από τους ξενώνες που μας φιλοξενούσαν στο Μεξικό.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά μια τροπική βροχή τον μαστίγωνε όλη την ώρα που προσπαθώντας να χάσει τα κιλά, έτρεχε.

Ο Μπάμπης πρέπει να έτρεξε περισσότερο από μία ώρα (μέσα στην βροχή) ενώ αργότερα έμαθα από τον Μηγιάκη ότι ήταν ακόμη ένα κιλό περίπου βαρύτερος και θα το έχανε την επόμενη μέρα πριν την ζύγιση.
Έτσι και έγινε. Στην ζύγιση είδα έναν Μπάμπη ερείπιο και σκέφθηκα ότι δεν είχε καμία τύχη στην συνέχεια των αγώνων.
Αυτός όμως όταν ανέβηκε στο ταπί αντλώντας δύναμη από τα ψυχικά του αποθέματα, με δύο πολύ μεγάλες νίκες που έκανε (η μία πρέπει να ήταν επί του Βούλγαρου Borisov) και ήταν πλέον μία ανάσα από το μετάλλιο.

Στο τέλος και της δεύτερης ημέρας είχε εξασφαλίσει το χάλκινο μετάλλιο και έπρεπε απλώς να ζυγιστεί για να το κατακτήσει και να αγωνιστεί στη συνέχεια και για κάτι καλύτερο.
Το σκηνικό και μετά την δεύτερη μέρα σχεδόν ίδιο ο Μπάμπης να τρέχει γύρω από το στίβο αφού ήταν πάλι τρία κιλά βαρύτερος από την κατηγορία, όμως η βροχή αυτή την φορά, είχε δώσει την θέση της σε μια ζεστή βραδιά με μεγάλη υγρασία.

Την Τρίτη και τελευταία μέρα ο Μπάμπης αγωνίσθηκε με τον Ρουμάνο και τον Σοβιετικό με τον οποίο ο αγώνας δεν ολοκληρώθηκε αφού η αιμορραγία στο φρύδι που είχε από τραυματισμό σε προηγούμενο αγώνα τον ανάγκασε να σταματήσει.
Πιστεύω ότι τους επτά η οκτώ αγώνες του Μπάμπη σε αυτό το παγκόσμιο πρωτάθλημα σε τρεις μέρες, παράλληλα με την προσπάθεια του για το χάσιμο των κιλών ενδιάμεσα, σε συνδυασμό με την δίαιτα που είχε προηγηθεί το διάστημα πριν τους αγώνες αλλά και στους αγώνες χωρίς καμία επιστημονική υποστήριξη, κανένας αθλητής σε ολόκληρο τον κόσμο δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει με τον ίδιο τρόπο.

Μετά το 1986 που ήταν για τον Μπάμπη από τις καλύτερες χρονιές του αφού ήταν δεύτερος στην Ευρώπη και τρίτος στον κόσμο, το 1987 ήταν η χειρότερη χρονιά του αφού στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ήταν 6ος στο δε παγκόσμιο 11ος , ενώ και στους Μεσογειακούς αγώνες έχασε για πρώτη φορά, περιοριζόμενος στο αργυρό μετάλλιο.

Αυτά σε συνδυασμό με έναν τραυματισμό στο γόνατο που τον υποχρέωσε σε χειρουργική επέμβαση σε ηλικία 31 ετών πλέον, έκαναν ακόμα και την συμμετοχή του στην Ολυμπιάδα της Σεούλ δύσκολη.
Η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (ΕΟΕ) έβαλε σαν μοναδικό όριο συμμετοχής στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1988 της Σεούλ για την πάλη την ΕΞΑΔΑ στο πανευρωπαϊκό του 1988 και μόνο.
Ο Μπάμπης στο πανευρωπαϊκό του 1988 ήρθε 6ος και προκρίθηκε οριακά, ενώ το χειρουργημένο του πόδι δεν σταμάτησε να τον ενοχλεί μέχρι και στην Ολυμπιάδα.

Στην Σεούλ ήμασταν μόλις πέντε παλαιστές (πρώτη φορά τόσο μικρή αποστολή) και στον όροφο που μέναμε θυμάμαι ήταν ένα μεγάλο διαμέρισμα με σαλόνι και δωμάτια το οποίο μοιραστήκαμε η αποστολή της πάλης και μόνο, με τους αθλητές τους προπονητές και τον συνοδό – πρόεδρο της ομοσπονδίας (Χαμάκο).
Ο Μπάμπης έμενε στο δωμάτιο με τον Γρηγοράκη

Η Ελληνορωμαϊκή ήταν από τα πρώτα αγωνίσματα του προγράμματος και ότι ξεκίνησε την μεθεπόμενη μέρα μετά την παρέλαση.

Στην παρέλαση υπήρχε προβληματισμός στην ΕΟΕ για τον σημαιοφόρο μιας και οι υποψήφιοι ήταν δύο, ο Μπάμπης και ο ιστιοπλόος Μπουντούρης, που είχαν κερδίσει μετάλλιο σε Ολυμπιακούς αγώνες.
Τελικά αποφασίσθηκε ότι σημαιοφόρος θα ήταν ο Μπάμπης, απόφαση που έφερε την αντίδραση του Μπουντούρη.
Στους αγώνες τώρα η ζύγιση έγινε την επόμενη της παρέλασης την παρομονή των αγώνων και η κλήρωση επεφύλαξε άσχημη έκπληξη στον Μπάμπη.

Στον πρώτο αγώνα ο Μπάμπης θα αντιμετώπιζε το νέο μεγάλο αστέρι των Σοβιετικών τον Alexander Sestakov έναν αθλητή που στο πανευρωπαϊκό του 1988 που ο Μπάμπης ήρθε 6ος και προκρίθηκε οριακά, κέρδισε την πρώτη θέση με χαρακτηριστική άνεση αφού και στον τελικό κέρδισε σε λιγότερο από ένα λεπτό με 12-0 τον Βούλγαρο Stojan Balov και σχεδόν με τον ίδιο τρόπο τον τρίτο νικητή Ούγγρο Andras Sike. (οι δύο αυτοί αθλητές στην Ολυμπιάδα της Σεούλ θα ήταν δεύτερος και πρώτος αντίστοιχα).

Στον δε δεύτερο αγώνα του θα αντιμετώπιζε τον Σουηδό Benni Ljungbeck έναν αθλητή με Ολυμπιακό μετάλλιο στη Μόσχα και πολλά Ευρωπαϊκά.

Μπορείς να νικήσεις τον Σοβιετικό μου είπε επί λέξη. « Αυτός ούτε με Καλάσνικωφ δεν κερδίζεται.»
Από τον Γρηγοράκη έμαθα το πρωί ότι και το υπόλοιπο βράδυ δεν έκλεισε μάτι.

Για τον Μπάμπη το αδύνατο ήταν δυνατό. Μια υπέρβαση του Μπάμπη από τον πρώτο αγώνα με τον ανίκητο Σοβιετικό Sestakov, που πανικοβλήθηκε και αποσυντονίσθηκε όταν ο Μπάμπης στην αρχή τον απείλησε με πτώση με την λαβή, χέρι – κεφάλι από όρθια θέση και στη συνέχεια ο αγώνας εξελίχθηκε σε Ρώσικη ρουλέτα. Στο 5.07 ο Μπάμπης τον έδεσε χέρι –κεφάλι από όρθια ξανά και ο Sestakov φοβούμενος την τεχνική που ήταν έτοιμος να εφαρμόσει ο Μπάμπης βγήκε εκτός του ταπί για να την αποφύγει και ενώ ήταν μπροστά στο σκορ με 7-5. Η έξοδος του αυτή από το ταπί ήταν καταδικαστική για αυτόν γιατί του δόθηκε Τρίτη παρατήρηση με αποτέλεσμα ο Μπάμπης να κερδίσει αυτόν τον αγώνα που αρχικά φάνταζε αδύνατο.

Στην συνέχεια νίκησε και τον Σουηδό, Ljungbeck με παρόμοιο τρόπο στο 5.22 και ενώ το σκορ ήταν 1-1. Και ο Σουηδός για να αποφύγει το χέρι – κεφάλι έφυγε εκτός ταπί με αποτέλεσμα να του δοθεί Τρίτη παρατήρηση.

Στον τρίτο γύρο αντιμετώπισε τον Κορεάτη Huh Byung Ho (που τον επόμενο χρόνο βγήκε δεύτερος στο παγκόσμιο στα 62 κιλά) τον οποίο νίκησε με 7 – 4 στα σημεία. Ο Κορεάτης στον τέταρτο γύρο νίκησε και αυτός τον Σοβιετικό Σεστακώφ με 10 -9 μετά από μεγάλη μάχη και τον έθεσε οριστικά εκτός βάθρου.

Ο Μπάμπης στον τέταρτο γύρο αντιμετώπισε τον Αφροαμερικάνο Anthony Amado τον οποίο νίκησε με πτώση (με λαβή χέρι –κεφάλι) στο 2.49 και ενώ προηγείτο στο σκορ με 6-4.
Στον ημιτελικό έχασε από τον Βούλγαρο Stojan Balov (αυτόν που ο Sestakov κέρδισε στο πανευρωπαϊκό με 12 -0).

Και φθάσαμε αισίως στον μικρό τελικό που μαζεύτηκε όλος ο κόσμος της Ελληνικής αποστολής μεταξύ των οποίων και ο τέως Βασιλεύς που λίγοι αναγνώρισαν τότε.
Στον μικρό τελικό βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Κινέζο Yang Changling, ένα αουτσάϊντερ που κανείς δεν περίμενε ότι θα πάλευε για μετάλλιο, αφού ο παγκόσμιος πρωταθλητής του 1987 Patrice Mourier τραυματίστηκε και αποχώρησε στον δεύτερο γύρο, ο δε παγκόσμιος δευτεραθλητής του 1987 και παγκόσμιος πρωταθλητής του 1990, 1991 και δεύτερος Ολυμπιονίκης του 1992 Γερμανός, Τουρκικής καταγωγής Rifat Yildiz ηττήθηκε από τον Κινέζο και αποκλείστηκε.

Στον μικρό τελικό κέρδισε εύκολα με 6-1, μπορούσε να κερδίσει ακόμα ευκολότερα, ίσως και πτώση όμως δεν θέλησε να το διακινδυνεύσει και πάλεψε σίγουρα.

Το μετάλλιο αυτό ο Μπάμπης το πήρε καθαρά με τα ψυχικά του χαρίσματα, αφού σωματικά ήταν στην χειρότερη κατάσταση της αθλητικής του καριέρας, όπως έδειχναν τα αποτελέσματα της τελευταίας διετίας.

Οι αγώνες αυτοί ήταν οι τελευταίοι της καριέρας του και ο Μπάμπης δεν μπορούσε να αποσυρθεί με το κεφάλι κάτω, έτσι για άλλη μια φορά ξεπέρασε τον εαυτό του κατά πολύ.

Ο τελευταίος αυτός άθλος του, που τον έκανε τραυματισμένος και χειρουργημένος στο πόδι, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο προπονήσεων, χάνοντας πάλι πολλά κιλά (περισσότερα από 6-7) με λάθος τρόπο, έχοντας πέρα από το stress των αγώνων και την σύγχυση με τα γεγονότα της σημαίας, μαζί με το ξενύχτι πριν τους σημαντικότερους αγώνες της πρώτης μέρας, μου θύμισαν εκείνον, (τον άθλο) που πέτυχε στο Μεξικό πριν δέκα χρόνια.

Το μετάλλιο αυτό του Μπάμπη ήταν το μοναδικό της Ελληνικής αποστολής στην Ολυμπιάδα της Σεούλ το 1988.

Για να φθάσει σε αυτές τις επιτυχίες ο Μπάμπης αντλούσε δυνάμεις από τα ψυχικά του αποθέματα, όταν πια τα σωματικά είχαν τερματίσει. Έδινε αυτό που λέμε το 150% και πλέον στον αγώνα, προσόν που ξεχωρίζει τον καλό αθλητή από τον μεγάλο αθλητή.

Η καρδούλα του Μπάμπη την εικοσαετία και πλέον που έκανε πρωταθλητισμό δούλευε πάντα στα κόκκινα.
Βέβαια και γυμναστική να έκανε κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον μιας και κανείς δεν έχει κάνει συμβόλαιο με τον Θεό.

Μετά το 1988 και το κλείσιμο της αθλητικής του σταδιοδρομίας, έγινε ομοσπονδιακός προπονητής και συνέχισε μέχρι το 2000.

Τα περισσότερα χρόνια με επιλογή δική του προπονούσε τις μικρότερες ηλικίες των εθνικών ομάδων αφού πίστευε ότι σε αυτές τις ομάδες μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει περισσότερα στοιχεία.

Στις 26 Ιουνίου λοιπόν του 2019 αποφάσισε και ο Μπάμπης το μεγάλο ταξίδι για να συναντήσει τον μητέρα του την κυρία Ελένη, τον Μπόρα, τον Πασά (Κόκκινο Παναγιώτη) τον Πετμεζά, τον Αρκουδέα, τον Παναγιώτη Ποικιλίδη, τον Νίκο Πατσιανίδη (αυτόν που κρατάει αγκαλιά στην φωτογραφία) και τόσους άλλους φίλους στην γειτονιά των αγγέλων.

Επειδή δεν τον γνώρισε η νέα γενιά… και πρέπει να γνωρίσει!

Ο Θοδωρής Χαμάκος μιλά για τον Μπάμπη Χολίδη με περιστατικά!

Τι να προτοαναφέρω. Είναι τόσα πολλά και η στενοχώρια μου τόσο μεγάλη. Η φωτογραφία είναι από την απονομή του κυπέλλου, λόγω της αποχώρησής του από την ενεργό δράση. Στο γήπεδο του Πανελληνίου Γ.Σ. το 1989 κατά τη διάρκεια του διεθνούς τουρνουά ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, με συμμετοχή πάνω από 20 χώρες.
Θυμάμαι όταν έχασε στον ημιτελικό, που τον πήρα στενοχωρημένο και πήγαμε πολλά χιλιόμετρα με τα πόδια στο ξενοδοχείο, για να ηρεμίσει γιατί το απόγευμα έπαιζε για το χάλκινο μετάλλιο με τον Κινέζο, τον οποίο διέλυσε βέβαια με 6-1. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι ο Βούλγαρος, από τον οποίο έχασε στον ημιτελικό, δεν έπαιξε τελικό λόγω τραυματισμού και έτσι το χρυσό πήγε στον Ούγγρο, χωρίς αγώνα στην ουσία. Τον Ούγγρο, τον οποίο πάντα κέρδιζε ο Μπάμπης.
Αυτά έχει όμως ο αθλητισμός. Τύχη, ατυχία, χαρά, λύπη, νίκη, ήττα.
Ενα άλλο περιστατικό :
«Όχι ρε γαμώτο. Ήλθα τόσο μακριά από το σπίτι μου
για να χάσω από τον πρώτο αγώνα;
Όχι, θα τον κερδίσω!!!»
Και τον κέρδισε.
Τον Τσεστιάκοφ, το Ρώσο.
Στη Σεούλ το 1988.
Και μετά πήρε το μετάλλιο.
Αυτός ήταν ο Μπάμπης o Χολίδης.
Παλικάρι με τα όλα του.
Δεν κόλωνε πουθενά.
Ποτέ δεν κοίταγε τη χώρα προέλευσης του αντιπάλου του.
Τι ρώσος, τι βούλγαρος κλπ. Γι’ αυτόν ήταν όλοι «του χεριού μου». όπως έλεγε.
Θα μπω μέσα και θα τον γ…. Θυμάμαι μια εμμονή που είχε με τους Τούρκους, που οφειλόταν στη γνωστη αντίθεση των Ποντίων με αυτούς. Θυμάμαι ότι μου έλεγε
» δεν θα χάσω ποτέ από Τούρκο». Και πραγματικά, ποτέ, μα ποτέ δεν τον κέρδισε Τούρκος.
Και το μετέδιδε αυτό και στους μαθητές του. Τι να πρωτοθυμηθώ. Ας είναι ένας επιτάφιος θρήνος όλα αυτά για τον μεγάλο αθλητή και πάνω απ’ όλα τον πραγματικό άνθρωπο.

 

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X