Τα τζάκια, τα μαγκάλια και το ταξίδι στο χρόνο




tzaki2

 

Γεράσιμος Ρηγάτος – Γιατρός – συγγραφέας  (enet.gr)
Οι νόμοι του Μνημονίου σε συνδυασμό με την ανικανότητα (;) των αρμόδιων αρχών έφεραν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο πετρέλαιο. Οι καυστήρες των πολυκατοικιών σταμάτησαν να καίνε, αλλά οι άνθρωποι, που κρύωναν, έπρεπε να βρουν μια λύση. Γύρισαν, λοιπόν, πίσω κι άρχισαν να χρησιμοποιούν τρόπους θέρμανσης άλλων εποχών. Τρόπους που ώς τότε ήταν σε περιορισμένη εφαρμογή, για διάφορους λόγους ή και τελείως καταργημένοι. Ας δούμε λίγο τη λαογραφική διάσταση του θέματος.
Το τζάκι εξακολουθούσε να υπάρχει σε ορισμένα διαμερίσματα των επάνω ορόφων στις πολυκατοικίες. Ο ρόλος του ήταν διακοσμητικός, καθώς παράλληλα το καλοριφέρ δούλευε στο φουλ. Το τζάκι άναβε μερικές ώρες σε γιορτές και σε επίσημες μέρες, για τη συντροφιά της φλόγας του και για τη δημιουργία ρομαντικής ατμόσφαιρας. Οχι βέβαια για να υποκαταστήσει την κεντρική θέρμανση. Η θερμαντική ικανότητα του τζακιού δεν ήταν συγκρίσιμη, πέρα από διάφορα άλλα μειονεκτήματα.
Η λέξη τζάκι είναι τούρκικη στην προέλευσή της (ocak), μέσα από τον βυζαντινό λόγο έγινε οτσάκι, οτζάκι κι έτσι έφτασε ώς τον 19ο αιώνα. Οι ελληνικές λέξεις για το τζάκι είναι εστία, παραγώνι, γωνιά κ.ά. Συνηθισμένη είναι η φράση «Κάθισε κοντά στο τζάκι για να ζεσταθείς λιγάκι».
Κι είναι γνωστό από τα παιδικά μας χρόνια το χριστουγεννιάτικο τραγούδι «Στη γωνιά μας κόκκινο, τ’ αναμμένο τζάκι…». Εκτός από την εστία όμως, η λέξη σημαίνει και το σπίτι, την οικογένεια και ιδίως την ονομαστή, δηλαδή τη μεγάλη γενιά, το σόι. «Αυτός είναι από τζάκι», λέμε ή «Αυτός είναι από μεγάλο τζάκι» – ακόμα καλύτερα. Θυμάμαι ότι έχω βρει τη λέξη ως οτζάκι στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη. Ο μπέης της Αρτας, ύστερα από παρέμβαση «μιλεί των πασάδων κι αλλουνών, οτζάκια της Αρβανιτιάς, τους λέει…» κ.λπ. Και σε άλλο σημείο γράφει ότι κινδύνευε «το κάστρο της Αθήνας», δηλαδή η Ακρόπολη, «τα οτζάκια καύλωναν», καθώς κάποιος από τους προύχοντες κυνηγούσε γυναίκες κι άλλος «γκιζερούσε με τα παιδάκια». Οτζάκια λοιπόν ή τζάκια οι αρχοντικές οικογένειες – τότε. Με τον καιρό η κεντρική θέρμανση και οι σόμπες, πετρελαίου ή ηλεκτρικές, πήραν τη θέση του τζακιού, που πέρασε σε δεύτερη μοίρα.
Οι κατώτερες οικονομικώς οικογένειες, αυτές που δεν ήταν από τζάκι και που δεν διέθεταν τζάκι στο ταπεινό τους σπίτι, ζεσταίνονταν με το μαγκάλι. Η παροιμιώδης φράση «Ή μαγκάλι ή αγκάλη» δήλωνε ότι έπρεπε να ανάψει στο σπίτι το μαγκάλι για θέρμανση ή έπρεπε το ζευγάρι να ξαπλώσει στο κρεβάτι και ν’ αγκαλιαστεί για να ζεσταθεί.
Για τη δεύτερη περίπτωση υπάρχει κι άλλη παροιμιώδης φράση: «Κρύο, καιρός για δύο». Για πολλούς νεότερους που δεν ξέρουν το μαγκάλι, γιατί δεν το έχουν δει ώς τώρα, να τους το εξηγήσουμε. Πρόκειται για μεταλλικό (κάποτε και για πήλινο) σκεύος με σχήμα λεκάνης, ανοιχτό επάνω, το οποίο στηρίζεται σε τρία ή τέσσερα πόδια και το οποίο μπορεί να μεταφέρεται εύκολα από τον ένα χώρο στον άλλο. Μέσα σ’ αυτό ανάβουν κάρβουνα ή τοποθετούν κάρβουνα που έχουν ανάψει αλλού, για να πάρουν θέσεις γύρω του και να ζεσταθούν. Ανάλογο στην κατασκευή σκεύος, που χρησίμευε για την παρασκευή φαγητού, λεγόταν φουφού. Κάποτε το σκεύος ήταν ένα και για τις δύο χρήσεις. Η λέξη μαγκάλι είναι κι αυτή τουρκική στην πρέλευσή της, η ελληνική είναι πύραυνος (προσοχή, όχι πύραυλος) ή πύραυνον και η λέξη είναι σύνθετη (πυρ+αύω, ανάβω).
Το αρχαίο αυτό θερμαντικό μέσον, όμως, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, ασφυξία και θάνατο. Αν η καύση του οξυγόνου μέσα στο χώρο που βρίσκεται το μαγκάλι είναι ατελής από την περιορισμένη παρουσία αέρα, αντί για το (ατοξικό) διοξείδιο του άνθρακα παράγεται το δηλητηριώδες μονοξείδιο του άνθρακα.
Αυτό έχει πολύ μεγάλη συγγένεια (δηλαδή τάση για ένωση) με την αιμοσφαιρίνη του ανθρώπου, 200-300 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του διοξειδίου. Ετσι πολύ μικρή περιεκτικότητα μονοξειδίου (2* στον αναπνεόμενο αέρα) δεσμεύει τα 2/3 της αιμοσφαιρίνης, η οποία δεν μπορεί πια να μεταφέρει οξυγόνο («ανθρακυλαιμοσφαιρίνη»). Αυτό συνεπάγεται ασφυξία και αν δεν αλλάξει γρήγορα το περιβάλλον, ακολουθεί ο θάνατος.
Στην Πάτρα των μαθητικών μου χρόνων ένα χειμώνα, τέλη της δεκαετίας του 1950, έπεσε φοβερό κρύο. Τα λαϊκά σπίτια, χωρίς δυνατότητα θέρμανσης, άναψαν αυτοσχέδια μαγκάλια. Ακούστηκε η πρώτη «δηλητηρίαση» με μονοξείδιο. Ακολούθησαν κι άλλες. Επεσε πανικός. Αλαφροΐσκιωτες γυναίκες είπαν ότι άκουγαν τις νύχτες στους δρόμους της Ανω Πόλης την Πατρινέλλα να κλαίει – σημάδι πως το κακό θα συνεχιστεί. Γιατί το στοιχειό της πόλης, η Πατρινέλλα, «όντας θα έρθει κανένα κακό εις τον τόπο ακούγεται και κλαίει τη νύχτα», όπως γράφει ο Νικ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του.
Ο καιρός περνούσε, τα χρόνια περνούσαν, οι συνθήκες άλλαζαν. Τέτοιες νοσηρές καταστάσεις σπάνιζαν. Είδα δύο τέτοιες περιπτώσεις ως αγροτικός γιατρός στο Καρπενήσι, το χειμώνα 1972-73. Ευτυχώς επέζησαν. Μετά δεν ξανάκουσα για δηλητηριάσεις από μονοξείδιο. Σχεδόν τις ξέχασα, όπως όλοι.
Δυστυχώς όμως επρόκειτο να ξαναδούμε το πρόβλημα. Με έκπληξή μου διάβασα τον περασμένο χειμώνα την ομαδική δηλητηρίαση των φοιτητών στη Λάρισα από μαγκάλι. Και με ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διάβασα πρόσφατα στο άρθρο της κ. Ντίνας Καράτζιου (Κυριακάτικη «Ε», 15 Σεπτ. 2013) πως «20 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους (πέρσι) σε δυστυχήματα με “συστήματα θέρμανσης” που επέβαλε η κρίση».
Τι θα γίνει το φετεινό χειμώνα; Οι αλαφροΐσκιωτοι άρχισαν ν’ ακούν τα στοιχειά, τους «αγαθοδαίμονες» των πόλεων να θρηνούν τις νύχτες στους δρόμους. Από τώρα.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X