Μετά από μια εξαιρετικά επικίνδυνη και χρονοβόρα διαδικασία, γράφτηκε το μεσημέρι του Σαββάτου (28/03) ο τραγικός επίλογος για τον 34χρονο δύτη που έχασε τη ζωή του την περασμένη Κυριακή στα Λιμανάκια Βουλιαγμένης.
Η επιχείρηση, που διήρκεσε 3,5 ώρες, πραγματοποιήθηκε στο διαβόητο «Πηγάδι του Διαβόλου», ένα υποθαλάσσιο σπήλαιο που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και τεράστια ψυχραιμία.
Επτά έμπειροι δύτες και ειδικά συνεργεία, υπό την καθοδήγηση του σπηλαιοδύτη Αντώνη Γράφα, κατάφεραν να προσεγγίσουν το σημείο όπου είχε εντοπιστεί ο άνδρας, σε βάθος 30–32 μέτρων.
Προετοιμασία 4 ημερών για την ασφαλή κατάδυση
Η δυσκολία του εγχειρήματος ήταν πρωτοφανής. Εδώ και τέσσερα εικοσιτετράωρα, η ομάδα προετοίμαζε το έδαφος τοποθετώντας ειδικούς πασσάλους και μεταλλικές κατασκευές, πάνω στις οποίες δέθηκαν σχοινιά υψηλής αντοχής. Αυτά τα σημεία στήριξης ήταν ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των δυτών, καθώς κλήθηκαν να επιχειρήσουν σε ένα περιβάλλον με σχεδόν μηδενική ορατότητα, όπου κάθε λάθος κίνηση θα μπορούσε να αποβεί μοιραία.
Συντετριμμένη η οικογένεια
Από νωρίς το πρωί, οι γονείς του πιλότου Πλάτωνα Σουλιώτη, βρίσκονταν στο σημείο, παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα τις προσπάθειες των διασωστών. Με την ολοκλήρωση της ανάσυρσης αποχώρησαν συντετριμμένοι.
Η σορός παρελήφθη από τις αρχές για τις προβλεπόμενες διαδικασίες, ενώ η επιχείρηση αυτή καταγράφεται ως μία από τις πιο απαιτητικές που έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή τα τελευταία χρόνια.

Όπως εξήγησε ο σπηλαιοδύτης Αντώνης Γράφας «είχαμε το φαινόμενο της ρουφήχτρας που δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα. Το πήγαμε βήμα-βήμα και με τον συντονισμό που είχαμε με τα εξειδικευμένα παιδιά του λιμενικού καταφέραμε να ανασύρουμε τη σορό».
Σύμφωνα με τον ίδιο «δυστυχώς επειδή ο καιρός γύρισε δυτικός είχαμε ορατότητα ενός μέτρου, συν ότι ρουφάει προς τα μέσα και όλο αυτό δεν βοηθάει να επικοινωνήσεις εύκολα ακόμα και με όποιον είναι δίπλα σου».
Εξήγησε, ακόμα, ότι «στην πρώτη κατάδυση μπήκαν δύο άτομα, στη δεύτερη μπήκαν πέντε. Είχαμε και τρίτη ομάδα που περίμενε».
Ερωτηθείς, δε, για το αν μίλησαν με τους γονείς του άτυχου 34χρονου έκανε λόγο για μια «πολύ συγκινητική κατάσταση. Τα λόγια τους μας πρόσθεσαν ένα ακόμα βάρος στους ώμους μας από τη στιγμή που είπαμε ότι θα το κάνουμε. Εκεί είπαμε πρέπει να βγει ο άνθρωπος».
Για μία πάρα πολύ δύσκολη επιχείρηση την οποία εκτέλεσαν από κοινού η ομάδα βατραχανθρώπων της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών του Λιμενικού Σώματος και η ομάδα σπηλαιοδυτών, έκανε λόγο ο αρχιπλοίαρχος Ιωάννης Παπαδάκης, ο διοικητής της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών του Λιμενικού Σώματος.
“Ήταν ένα δύσκολο έργο το οποίο εμπεριείχε ρίσκο. Γι’ αυτό και μας πήρε τόσες μέρες, ώστε να κάνουμε την προετοιμασία την οποία έπρεπε για να κάνουμε την κατάδυση και την επιχείρηση των ανθρώπων των δικών μας, όσο γίνεται πιο ασφαλή.
Αυτό το πηγάδι κάτω έχει μεγάλους κινδύνους. Όταν φτάσεις στο κατώτατο σημείο του, που είναι γύρω στα 29 με 30 μέτρα, και τολμήσεις να μπεις σε κάποια σήραγγα την οποία έχει, αντιλαμβάνεσαι από το πρώτο δευτερόλεπτο ότι η ταχύτητα των ρευμάτων είναι τόσο μεγάλη, που αν τολμήσεις να μπεις εκεί μέσα σχεδόν είναι αδύνατο να μπορέσεις να επιστρέψεις, εάν δεν έχεις αναμονές με χοντρά σχοινιά ώστε να μπορέσεις να τραβηχτείς πίσω ή να σε βοηθήσουνε και έτεροι δύτες. Μόνος σου με πεδιλιές είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιστρέψεις.
Δόξα τω Θεώ η επιχείρηση στέφθηκε με επιτυχία. Τα καταφέραμε, ανασύραμε τον δύτη ώστε να τον παραδώσουμε στους γονείς, οι οποίοι με πόνο περιμένουνε να πάρουνε το παιδί τους για να το χαιρετήσουνε όπως πρέπει”. Πηγή: protothema.gr

Τι κρύβεται μετά τα πρώτα 145 μέτρα του σκοτεινού σπηλαίου;
Το «Πηγάδι του Διαβόλου» στη Βουλιαγμένη δεν είναι απλώς ένα αξιοθέατο για τους λάτρεις του βυθού, αλλά ένας υγρός λαβύρινθος με θανάσιμες παγίδες. Τα στοιχεία από την ιστορική αποστολή της ομάδας του Αντώνη Γράφα τον Σεπτέμβριο του 2018, ρίχνουν φως στις συνθήκες που κάνουν το σπήλαιο αυτό μια «πρόκληση» χωρίς επιστροφή για τους απροετοίμαστους.
Η αποστολή στα όρια της αντοχής
Το 2018, μια από τις πιο έμπειρες καταδυτικές ομάδες στην Ελλάδα επιχείρησε να χαρτογραφήσει το άγνωστο. Διεισδύοντας σε βάθος 145 μέτρων, οι δύτες Αντώνης Γράφας, Λευτέρης Κουταλάς και Ερρίκος Κρανιδιώτης ήρθαν αντιμέτωποι με μια εμπειρία που ο κ. Γράφας χαρακτήρισε ως «μία από τις δυσκολότερες σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο».

Η προειδοποίηση της ομάδας στην ιστοσελίδα grafasdiving.gr είναι σαφής και ηχηρή: «Δεν συμβουλεύουμε ή παροτρύνουμε κανέναν να εισέλθει στο σπήλαιο».
Τι συνάντησαν στο σκοτάδι
Η εξερεύνηση αποκάλυψε έναν γεωλογικό σχηματισμό που μοιάζει να έχει βγει από ταινία τρόμου:
- Οι «Καμινάδες»: Δύο απότομες, κατακόρυφες τομές που οδηγούν προς την επιφάνεια.
- Το Δεύτερο Στένεμα: Στα 120 μέτρα από την είσοδο, το σπήλαιο στενεύει απότομα, αυξάνοντας τη ροή του νερού προς τα μέσα, κάνοντας την επιστροφή έναν εξαντλητικό αγώνα κόντρα στο ρεύμα.
- Η Απέραντη Αίθουσα: Μετά το «ρήγμα» στα 40 μέτρα βάθος, το περιβάλλον αλλάζει δραματικά. Ο βυθός γίνεται αμμώδης και οι φακοί χάνονται σε μια τεράστια αίθουσα, το μέγεθος της οποίας είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με τα συμβατικά μέσα.

Η παγίδα της πυξίδας και του ρεύματος
Ένα από τα πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά του σπηλαίου είναι οι συνεχείς αλλαγές κατεύθυνσης. Η ομάδα Γράφα κατέγραψε διαδοχικές εναλλαγές πορείας (από 330 μοίρες σε 40, 320, 220 και τελικά 280 μοίρες), με το βάθος να αγγίζει τα 45 μέτρα. Η συνεχής και έντονη εισροή υδάτων σημαίνει ότι ο δύτης πρέπει να καταναλώσει πολύ μεγαλύτερη ενέργεια και οξυγόνο για να βγει από το σπήλαιο απ’ ό,τι για να μπει.
Το τραγικό περιστατικό του 1978

Το «Πηγάδι του Διαβόλου» έχει συνδεθεί με τραγικά γεγονότα. Ενδεικτική είναι η υπόθεση του 1978, όταν τρεις Αμερικανοί – δύο στρατιωτικοί και μια νεαρή γυναίκα – επιχείρησαν να εξερευνήσουν το υποθαλάσσιο τούνελ και έχασαν τη ζωή τους.
Τον Σεπτέμβριο εκείνου του έτους, οι δύο στρατιωτικοί της τότε βάσης του Ελληνικού, ο 32χρονος λοχίας Ντόναλντ Μίσαντ και ο 21χρονος σμηνίτης Μαρκ Γκράνφορντ, μαζί με τη 20χρονη αδελφή του τελευταίου, Τζόαν, καταδύθηκαν στο σπήλαιο και χάθηκαν μέσα στη σήραγγα.
Παρά τις επανειλημμένες αποστολές εντοπισμού, οι τρεις παρέμειναν αγνοούμενοι για δεκαετίες. Μια μεγάλη επιχείρηση το Νοέμβριο του 1978 δεν απέδωσε αποτελέσματα, ενώ το 1989 σπηλαιοδύτες εντόπισαν μόνο μία φιάλη και μερικά προσωπικά αντικείμενα.
Το μυστήριο λύθηκε οριστικά το 2007, όταν ταυτοποιήθηκαν οστά που είχαν βρεθεί ένα χρόνο νωρίτερα με εκείνα των αγνοούμενων Αμερικανών δυτών.
Μετά το περιστατικό, το Λιμενικό τοποθέτησε προστατευτικά κάγκελα και προειδοποιητικές πινακίδες στο σημείο, προκειμένου να αποτρέψει νέες επικίνδυνες καταδύσεις.
notia team
Ο συγγραφέας δεν έχει συμπληρώσει ακόμη το βιογραφικό του.
Δείτε όλα τα άρθρα από notia team