Γιάννης Λούλης: Η ώρα του Τραμπ και της κυριαρχίας του

Συγγραφέας
24 Νοεμβρίου, 2024
7 λεπτά διάβασμα

Βρισκόμαστε λοιπόν, μετά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, μπροστά σε ένα νέο σκηνικό, για τη διαδρομή της υπερδύναμης, καθώς υπήρξε θριαμβευτική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ. Μια νέα σελίδα ανοίγει, λοιπόν, και μένει να δούμε πού και πώς τούτη θα βάλει τη σφραγίδα της. Η Αμερική, με τον συγκεκριμένο πρόεδρο, αναπόφευκτα, και υπό τις περιστάσεις, χαράζει ένα νέο σκηνικό, τόσο στο εσωτερικό της, όσο και διεθνώς. Κάποιες εκπλήξεις, θα υπάρξουν. Μένει να δούμε, ποιες θα είναι.

            Το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον το νέο σκηνικό θα θυμίζει εκείνο του 2016, όταν ο Τραμπ κέρδισε την πρώτη του θητεία, η οποία όμως δεν τον οδήγησε σε μια δεύτερη θητεία το 2020. Αντίθετα υπέστη μια καθαρή ήττα, ενώ προσέθεσε σε αυτή, την πρωτοφανή και σκοτεινή διαδρομή της ενθάρρυνσης της εισβολής στο Καπιτώλιο. Κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στα αμερικανικά χρονικά. Παρόλα αυτά, και παρά τα τραύματα στην εικόνα του, ο Τραμπ κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και να χτίσει την αντεπίθεσή του. Τούτη σχεδόν φαντάζει εξωπραγματική σήμερα.

            Άλλωστε, ακόμη και η νίκη του το 2016 μικρή σχέση έχει με την τωρινή θριαμβευτική του επικράτηση. Τότε, η Χίλαρι Κλίντον είχε κερδίσει υψηλότερα ποσοστά από ό,τι ο Τραμπ, αλλά λιγότερους εκλέκτορες. Τα ποσοστά της βρίσκονταν στο 48,2%, έναντι 46,1% του Τραμπ. Ο τελευταίος είχε κυριαρχήσει στους εκλέκτορες, καθώς σάρωσε κυριολεκτικά στις διαβόητες πλέον εργατουπόλεις που έχουν αποδειχθεί στο προνομιακό του πεδίο. Κέρδισε λοιπόν 302 εκλέκτορες, με τη Χίλαρι Κλίντον να περιορίζεται μόνο στους 227! Το τι θα ακολουθούσε ήταν μια συνολικά μετριότατη προεδρία και μια καθαρή ήττα από τον Δημοκρατικό Τζο Μπάιντεν το 2020. Ο τελευταίος επικράτησε με 51,3%, έναντι 46,8% του Τραμπ, καθώς και 306 έναντι 232 εκλεκτόρων. Επίσης, έστω και με μικρή διαφορά, ο Μπάιντεν θα κέρδιζε και τη μάχη κρίσιμων εργατουπόλεων, όπως λ.χ. την Πενσυλβάνια, με τους πολλούς εκλέκτορές της.

            Ο Μπάιντεν ήταν ένας βετεράνος πολιτικός, χωρίς χάρισμα, αλλά σχετικά συγκροτημένος. Στη φάση εκείνη, πάντως, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε μεν φανατικούς οπαδούς, όμως η θητεία του χαρακτηρίζονταν από ασυνάρτητες αντιδράσεις και μη πειστική παρουσία. Το χειρότερο όμως γι’ αυτόν ήταν εκείνο που ακολούθησε, όταν δηλαδή η ήττα του ήταν πλέον πασίδηλη. Καθώς ενθάρρυνε προκλητικά την κυριολεκτικά αδιανόητη εισβολή ψηφοφόρων του στο Καπιτώλιο. Οι σκηνές που ακολούθησαν, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έπρεπε να είχαν τερματίσει την πολιτική του σταδιοδρομία. Το ότι αυτό δεν συνέβη, οφείλετο σε έναν κρίσιμο παράγοντα: Στο ότι ένα σημαντικό ποσοστό του εκλογικού σώματος ήταν φανατικά προσκολλημένο στον Τραμπ, ως προσωπικότητα και παρουσία! Οι «πιστοί» αυτοί ψηφοφόροι ήσαν αμετανόητοι. Έτσι, σε σύντομο διάστημα, ο Τραμπ ετοιμάζονταν να διεκδικήσει εκ νέου το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, καθώς η σπονδυλική στήλη των πιστών οπαδών του δεν κλονίζονταν εύκολα.



            Η Αμερική, πάντως, με τον Μπάιντεν ως πρόεδρο, δεν διέθετε μια ισχυρή ασπίδα που να μπορεί να αποκρούσει τον λαϊκισμό του Τραμπ. Ο Μπάιντεν, εξ αρχής, έμοιαζε «περαστικός». Γρήγορα, φαινόταν κουρασμένος, και χωρίς δυνάμεις. Αντίθετα, ο Τραμπ πλημμύριζε από ενέργεια. Αντιμετώπισε μια σειρά από δίκες. Τούτο ενίσχυσε την εικόνα του ως διωκόμενου. Κάτω από πολλαπλές πιέσεις, ο Τραμπ άρχισε να εκπέμπει ηγετικότητα. Όση ενέργεια και ορμή είχε ο Τραμπ, τόση κόπωση εξέπεμπε ο Μπάιντεν. Και λίγο αργότερα, θα ερχόταν η απόπειρα δολοφονίας του Τραμπ. Η οποία θα ακολουθείτο από μια δεύτερη. Όμως ήταν η πρώτη απόπειρα που ταρακούνησε το πολιτικό σκηνικό, ως «ζωντανή» εικόνα που κατέγραψε η τηλεόραση. Διαταραγμένος νεαρός από ταράτσα, έπληξε τον Τραμπ που έκανε μια ομιλία, σημαδεύοντας το κεφάλι του. (Για να εκτελεστεί ο ίδιος αργότερα.) Ο Τραμπ, χάρη σε μια τυχαία κίνηση, δεν δέχτηκε τη σφαίρα στο κεφάλι του, αλλά στο αυτί του. Η εικόνα του να σηκώνεται με τη γροθιά του στον αέρα ήταν συνταρακτική. «Έγραφε». Έπαιξε τηλεοπτικά άπειρες φορές, προσδίδοντάς του έναν ακλόνητο δυναμισμό. Κάτι σαν παράσημο!

            Τούτη η ατυχία διαμόρφωσε τις διάφορες εικόνες της μάχης αυτής. Ο Τζο Μπάιντεν φάνταζε όλο και πιο κατάκοπος. Ήταν ένας πολιτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν περίπου αδιανόητο να διεκδικήσει μια ακόμη θητεία. Ήδη η εικόνα της κυβέρνησης Μπάιντεν είχε επιδεινωθεί στο οικονομικό πεδίο. Η στρατηγική του Τραμπ να τον πλήττει όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο, αλλά και στο μέτωπο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, άρχισε να αποδίδει καρπούς. Όλα αυτά συνέβαιναν με τον Μπάιντεν με δυσκολία να ανεβαίνει σκαλιά αεροπλάνων, όταν η εμβληματική εικόνα του ανταγωνιστή του ήταν εκείνη του πυροβολισμού, και της γροθιάς που υψώνονταν στον αέρα! Μεγαλύτερη και εντονότερη εντύπωση, δύσκολα θα μπορούσε να καταγραφεί, σφραγίζοντας καταλυτικά το εκλογικό τοπίο. Εκείνη την ώρα λοιπόν, ο Τραμπ ήταν σαν να λέει στην κοινή γνώμη: Επιστρέφω με ορμή!

            Επικοινωνιολόγοι και σύμβουλοι αναλυτές οφείλουν να λένε στους πολιτικούς, με τους οποίους συνεργάζονται, την ωμή πραγματικότητα. Καθώς ο Τραμπ ξεκίναγε την αντεπίθεσή του, το Δημοκρατικό Κόμμα, με τα όποια βαριά πολιτικά χαρτιά του, όφειλε να συμβουλεύσει τον Μπάιντεν θα αποσυρθεί με το τέλος της θητείας του. Αυτό δεν συνέβη. Ούτως ή άλλως, πολιτικοί άκρως υπερτιμημένοι, όπως ο Ομπάμα ή οι Κλίντον, υπήρξαν κούφιοι θεατές. Όταν οι Τραμπ και Μπάιντεν συναντήθηκαν τηλεοπτικά, ο τελευταίος είχε ήδη υποστηριχθεί ως υποψήφιος πρόεδρος. Με το ξεκίνημα όμως της παρέμβασής του, κυριολεκτικά, έχασε τα λόγια του. Η πίεση πλέον στο Δημοκρατικό Κόμμα ήταν να αποσυρθεί. Ο Τραμπ προηγείτο πλέον με 5%. Το τέλος για τον Μπάιντεν είχε δρομολογηθεί.

            Όπως είχαν έρθει τα πράγματα, δεν υπήρχε παρά μόνον μια διέξοδος, να επιστρατευθεί η αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις, ως υποψήφια, στη θέση του Μπάιντεν. Αυτή, έπεσε στη φωτιά αν και ήταν πολύ δύσκολο να επικρατήσει. Πρώτον, ο Τραμπ είχε πλέον ισχυρό άνεμο στα πανιά του. Δεύτερον, οι απόψεις, που κυριαρχούσαν στην κοινή γνώμη, αποτελούσαν πλέον ορμητήριο του Τραμπ. Μια γενικότερη τοποθέτησή του, που την έκανε λάβαρό του, ήταν καταλυτική: «Είσαστε τώρα καλύτερα ή χειρότερα σε σύγκριση με πριν τέσσερα χρόνια;» Το «χειρότερα» κυριαρχούσε απόλυτα! Στο ερώτημα «είσαστε ευχαριστημένοι ή δυσαρεστημένοι με το πώς πορεύεται η χώρα», μόνο το 26% απαντούσε «ΝΑΙ». Το 72% απαντούσε «ΟΧΙ». Αναφορικά με τη βελτίωση ή επιδείνωση της οικονομίας με τον Μπάιντεν πρόεδρο, μόνο το 32% έκανε λόγο για βελτίωση, ενώ το 62% για επιδείνωση! Παράλληλα, υπήρχε οργή για την «παράνομη μετανάστευση» και επιδοκιμασία για τις θέσεις του Τραμπ, ότι οι μετανάστες αυτοί θα επρόκειτο να εκδιωχθούν.

            Σε ένα debate μεταξύ Χάρις και Τραμπ, η πρώτη κέρδισε τις εντυπώσεις. Οι επικοινωνιολόγοι του Τραμπ, αντέδρασαν άμεσα. Δεν έγινε άλλο debate. Η δύναμη του Τραμπ, δεν ήταν οι δομημένες και ανταγωνιστικές συζητήσεις. Επικεντρώθηκε λοιπόν στις ομιλίες του, που από μόνες τους τον ευνοούσαν, διότι επικοινωνούσε άμεσα με τους ψηφοφόρους. Εδώ, αξιοποιείτο η όλη παρουσία του, η οποία προκαλούσε ενθουσιασμό, κάνοντας επαφή με το συναίσθημα του ακροατηρίου. Από μόνη της, η εικόνα Τραμπ, είχε ένταση, ενέργεια και ζωντάνια, με το πώς μιλούσε, στέκονταν και κινείτο. Φυσικά η εικόνα του, ως ομιλητής, από την τηλεόραση, με τον παρορμητισμό και την κινητικότητά του, γέμιζε την οθόνη. Ήταν προσιτός και ηγετικός. Η Αμερική πέρναγε κρίση και ο μόνος δυνατός ηγέτης ήταν ο Τραμπ! Το είχε αποδείξει, όταν πυροβολήθηκε!

            Τελικά, η νίκη του Τραμπ ήταν λίγο πολύ αναπόφευκτη. Είχε έρθει η ώρα του. Η Χάρις έκανε ό,τι ήταν δυνατόν, υπό τις περιστάσεις, ενώ το φορτίο του Μπάιντεν ήταν πολύ βαρύ. Δεν ήταν εύκολο η Χάρις να το σηκώσει και δεν είχε ιδιαίτερο χάρισμα. Όταν ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά της και ρωτήθηκε «τι το διαφορετικό θα έκανε από εκείνο που έκανε ο Μπάιντεν για πρόεδρος», απάντησε «Δεν μου έρχεται τίποτα στο μυαλό ‒ not a thing comes to mind». Είχε μιλήσει ειλικρινά. Ενώ για τον θριαμβευτή Τραμπ, τούτη ήταν η ώρα του. Και την είχε αδράξει.

            Και τώρα τι να περιμένουμε από τον Τραμπ μετά τη θριαμβευτική του νίκη; Γνωρίζουμε ότι στην πρώτη θητεία του ‒με τα όποια λάθη του‒ απέφυγε να εμπλακεί σε πολεμικές περιπέτειες, κάτι που δεν ίσχυσε για άλλους Αμερικανούς προέδρους, από τον Μπους τον Νεότερο, έως τον άκρως υπερτιμημένο Ομπάμα. Ποια λοιπόν θα είναι η νέα διαδρομή του Τραμπ; Ιδίως μάλιστα με ανοιχτά τα μέτωπα της Μέσης Ανατολής; Αλλά και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία;

            Ας πούμε λοιπόν κι εμείς όπως και η Χάρις: «Τίποτα δεν έρχεται στο μυαλό μας»! Εκτός από μια αυτονόητη πλέον διαπίστωση: Είχε έρθει η ώρα της κυριαρχίας του.

Ο Γιάννης Λούλης, διδάκτωρ του Καίμπριτζ, είναι επικοινωνιολόγος και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Με πιο πρόσφατο το Η τοξική εποχή μας (Καστανιώτης, 2022).

Μοιραστείτε το άρθρο

notia team

Ο συγγραφέας δεν έχει συμπληρώσει ακόμη το βιογραφικό του.

Δείτε όλα τα άρθρα από notia team

Συνεχίστε να Διαβάζετε

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα από τη συλλογή μας