Γιάννης Λούλης: Νεοφιλελεύθεροι που κρύβονται, προοδευτικοί που αναζητούνται




Ας παρατηρήσουμε την εικόνα του παγκόσμιου πολιτικού σκηνικού και το πώς αυτό διαμορφώνεται το τελευταίο διάστημα. Άλλωστε, στις τελματωμένες καπιταλιστικές δημοκρατίες κάτι κινείται, αν και η κίνηση αυτή είναι διστακτική και θολή, ενώ η κρίση τους συνεχίζεται αμείωτη. Την ίδια ώρα οι δυο πιο ισχυρές δικτατορίες (Κίνα και Ρωσία) γίνονται πιο αυταρχικές στο εσωτερικό τους και σκληρά ανταγωνιστικές στην εξωτερική πολιτική τους. Με δυο λόγια, η όποια αισιοδοξία γεννήθηκε το 1989, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και την παγκόσμια δυναμική υπέρ της εξάπλωσης των δημοκρατικών καθεστώτων, και αξιών, οι ίδιες οι καπιταλιστικές δημοκρατίες, και κυρίως η ηγέτιδά τους, έχουν λειτουργήσει αυτοκαταστροφικά. Ενώ τα παρακμιακά φαινόμενα έχουν ριζώσει και πολλαπλασιασθεί. Έτσι, το πολιτικό σκηνικό στις καπιταλιστικές δημοκρατίες, με σπινθήρες εξαιρέσεων, φαντάζει μίζερο, πνιγηρό και αδιέξοδο.

Μετά το 1989, για μια δεκαετία περίπου, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες αποτελούσαν το μόνο παγκόσμιο πρότυπο άξιο μίμησης. Οι «ανοιχτές κοινωνίες» (που είχε προσδιορίσει ο φιλόσοφος Carl Popper) ήσαν οι καθαροί νικητές στη σύγκριση πολιτικών συστημάτων, και ο μαγνήτης χωρών που δεν κυβερνώντο δημοκρατικά, για να γυρίσουν σελίδα. Άνεμος της νέας εποχής, λοιπόν, ήταν αδιαφιλονίκητα ο πολιτικός φιλελευθερισμός. Ακολούθησε μια αλυσίδα δημοκρατικοποιήσεων. Δεν υπήρξε όμως κλασικό happy end, έργων του Χόλιγουντ.


“Ή συμμορφώνεστε ή φεύγετε” – Tελεσίγραφο του Δήμου Αλίμου για την κακοποίηση του παραλιακού μετώπου




Τι στράβωσε λοιπόν; Επ’ αυτού θα μπορούσε να γραφτεί ένα ολόκληρο βιβλίο. Όμως, η ουσία του τι συνέβη, κρύβεται μέσα σε δυο πραγματικότητες: Η πρώτη, αφορά τη συμπεριφορά της μοναδικής πλέον υπερδύναμης στο διεθνές πεδίο, από την καταρράκωση του Διεθνούς Δικαίου και την εισβολή στο Ιράκ, στο πώς διεξήχθη ο διαβόητος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», με αλλεπάλληλους κρίκους στην αλυσίδα ανομιών. Συν, βεβαίως, την αλαζονεία της υπερδύναμης. Η δεύτερη πραγματικότητα αφορά στο ότι, από το 1980, ακολουθήθηκαν μια σειρά ακραία νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές. Αυτές διεύρυναν και βάθυναν τις ανισότητες. Προκάλεσαν κοινωνική και, συνακόλουθα, πολιτική πόλωση. Ήσαν επίσης άμεσα υπεύθυνες για τον παγκόσμιο οικονομικό σεισμό του 2007-2008. Μια κρίση, πανομοιότυπη με εκείνη του 1929! Οδηγώντας  στην εκλογή Τραμπ και την εκτίναξη του ακροδεξιού λαϊκισμού. Ανοίγοντας πληγές. Με βαθιές ρίζες.

Όμως οι καπιταλιστικές δημοκρατίες δεν θα ακολουθούσαν στην οικονομία το δρόμο αυτό μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τι συνέβη τότε; Ιστορικοί έχουν αναλύσει τα τελευταία χρόνια το τι συνέβη στη Δυτική Ευρώπη, με την οικονομική στήριξη της Αμερικής (Betts, Kuttner, Gray, Nachtwey κ.ά.). Άλλωστε, προπολεμικά, το έναυσμα για έναν κοινωνικά ευαίσθητο καπιταλισμό τον είχε ήδη δώσει ο πιο ριζοσπάστης Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ (ο FDR). Αυτός, διαχειρίσθηκε το παγκόσμιο κραχ του 1929, ως συνέπεια ενός ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, και των παντελώς ανεξέλεγκτων ελεύθερων αγορών. Μεταπολεμικά λοιπόν, και για μια τριακονταετία, στη Δυτική Ευρώπη, σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις, κυρίως χριστιανοδημοκρατικές, σοσιαλιστικές αλλά και συντηρητικές, πέτυχαν ένα θαύμα ανοικοδόμησης, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό. Οι ρυθμοί ανάπτυξης ήσαν οι υψηλότεροι όλων των εποχών με 5%. Χτίσθηκαν πρωτοποριακά κράτη πρόνοιας. Ενισχύθηκαν θεαματικά οι μισθοί της εργατικής τάξης και των οικονομικά πιο ευάλωτων ομάδων. Έγιναν τολμηρές αναδιανομές του πλούτου, μέσω της φορολογίας. Με δυο λόγια: Πρώτη προτεραιότητα, της εποχής αυτής, υπήρξε η κοινωνική συνοχή! Έτσι, το όλο εγχείρημα βαπτίσθηκε από διανοητές, ως «ενσωματωμένος φιλελευθερισμός». Και τούτο διότι αγκάλιαζε και ενσωμάτωνε όλη την κοινωνία, με το κράτος ενεργό στα οικονομικά και προστατευτικό στο κοινωνικό πεδίο.

Όλα όμως άλλαξαν προς το τέλος του 1970.  Δεν θα κουράσω με λεπτομέρειες τον αναγνώστη. Εμφανίσθηκε μια επίμονη κρίση στασιμοπληθωρισμού. Εκδηλώθηκαν ύφεση και πληθωριστικές πιέσεις. Ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος Κέυνς, που πιστώνεται για το μεταπολεμικό θαύμα, δεν ήταν πλέον εν ζωή, και οι συνταγές του δεν έλυναν γρήγορα το πρόβλημα. Ούτε οι μαθητές του. Οι εποχές είχαν άλλωστε αλλάξει. Η παγκόσμια συμφωνία του Bretton Woods που συνέδεε τον χρυσό με το δολάριο, προσφέροντας σταθερότητα, είχε καταργηθεί. Είχαμε επίσης μπει στην εποχή των κυρίαρχων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και την παντοδυναμία της Wall Street, αλλά και την αυξημένη επιρροή των οικονομών ελίτ. Ο νεοφιλελευθερισμός, καραδοκούσε. Έρχονταν η ώρα του.

Ήταν επίσης η ώρα της Θάτσερ, με τον δυναμισμό της, και ενός από τους πιο χαρισματικούς Αμερικανούς προέδρους, του Ρόναλντ Ρήγκαν, που σφράγισαν τη δεκαετία του 1980.  Ο Ρήγκαν, πιο ευέλικτα και η Θάτσερ, από τη δεύτερη θητεία της, ως οδοστρωτήρας δρομολόγησαν έναν οικονομικό φιλελευθερισμό όλο και πιο ακραίο, αλλά και μεταδοτικό. Ήρθε ένας θεωρητικά νέος άνεμος. Όμως η πηγή και η ουσία του, ήσαν κάτι παλιό! Επρόκειτο για τον «κλασικό φιλελευθερισμό» (classical liberalism) της προπολεμικής περιόδου, με λάβαρο την πλήρη «απελευθέρωση των αγορών», που είχε οδηγήσει στο «κραχ» του 1929! Σταδιακά, θεοποιήθηκαν οι αγορές, όπως παρατηρεί ο πολιτικός φιλόσοφος John Gray, και αφέθηκαν, χωρίς  κρατικούς ελέγχους για να γίνουν ασύδοτες. Για να έρθει έτσι ο βαρύτατος κοινωνικός λογαριασμός, με το πανομοιότυπο «κραχ» του 2007-2008. Ανοίγοντας τεράστιες κοινωνικές πληγές. Ο δογματισμός του νεοφιλελευθερισμού έγινε σταδιακά ένα κλειστό ιδεολογικό σύστημα, παρατηρεί ορθά ο Gray. Αυτό πλήρωσε η Θάτσερ, όταν το ίδιο της το κόμμα την ανέτρεψε. Ενώ αργότερα, θα κατάρρεε το θεώρημα του Ρήγκαν ότι οι προκλητικές φορολογικές ελαφρύνσεις στους πλουσίους, θα ευνοούσαν τους φτωχούς! (Το διαβόητο trickle down effect του Ρήγκαν πλέον το πιστεύει μόνο ένας στους τέσσερις Αμερικανούς!)

Ανάσα όμως στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, θα έδιναν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, μια σειρά από πολιτικούς του χώρου της Κεντροαριστεράς, κυνικοί, στυγνοί, και επικίνδυνα χαρισματικοί: Οι Μπιλ Κλίντον, Γκέρχαρτ Σρέντερ και Τόνυ Μπλερ (με τρεις πρωθυπουργικές θητείες). Αυτοί απάλυναν και ωραιοποίησαν τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές, διαιωνίζοντάς τες. Συνέχισαν να διευρύνουν τις ανισότητες και να συντηρούν τα κοινωνικά ρήγματα. Στην «παρέα» ανήκε επί της ουσίας, και ανεξάρτητα από τη ρητορική του, και ο Μπαράκ Ομπάμα, κρυπτόμενος πίσω από το «φαίνεσθαι» που εξέπεμπε, ως δήθεν «προοδευτικός». Όταν λοιπόν κλήθηκε να διαχειρισθεί την κρίση του 2008, επέλεξε νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους οι οποίοι κρύβονταν πίσω από τη δήθεν προσχώρησή τους στην οικονομική «ορθοδοξία», όπως βαπτίζονταν τότε, και ήταν απλώς ένας πιο ευγενικός νεοφιλελευθερισμός. Ο Ομπάμα, διάβαζε, υποτίθεται, τα βιβλία του Κέυνς, αλλά εφάρμοσε ξεκάθαρα νεοφιλελεύθερες συνταγές. Τούτο έχει αναλύσει ο κορυφαίος οικονομικός αναλυτής της κρίσης του 2008, Adam Tooze, στο έργο του Crashed. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα το 2013; Όλη η κοινωνία υπέστη βαρύ κόστος. Οι μόνοι που είχαν κέρδη 31,4% ήσαν το 1% των πιο εύπορων Αμερικανών!

Και τώρα φθάνουμε στο σήμερα. Η πιο σημαντική εξέλιξη είναι μία: Ο Τζο Μπάιντεν αποδεικνύεται ως ο πιο προοδευτικός Αμερικανός πρόεδρος των τελευταίων δεκαετιών, αν και είναι στη δύση της καριέρας του. Εφαρμόζει κεϋνσιανές συνταγές, με το κράτος σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομία, με τις δαπάνες και τις δράσεις του. Ο μεγάλος πλούτος, μετά από δεκαετίες, φορολογείται. Ενώ το παγκόσμιο σήμα της ηγετικής καπιταλιστικής δημοκρατίας είναι «η εγκατάλειψη, με ξεκάθαρο τρόπο, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών των Κλίντον και Ομπάμα», όπως παρατηρεί ο διάσημος καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ, Michael Sandel. Για να προσθέσει ο ίδιος, πως ο Μπάιντεν έχει συνολικά και απερίφραστα «αποκοπεί από τον νεοφιλελευθερισμό». Έτσι ένα ανατρεπτικό σήμα έρχεται από την Αμερική, μετά από πάνω από τρεις δεκαετίες. Καθώς επιστρέφει στον κεϋνσιανισμό. Την ίδια ώρα, στη Γερμανία εκλέγεται ένας Σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος, με δεσμεύσεις για αύξηση του βασικού μισθού και αύξηση της φορολογίας του πλούτου. Ενώ η νίκη του Σολτς έχει ως υπόβαθρο ότι το εκλογικό σώμα, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, πρώταξε την αξία της κοινωνικής δικαιοσύνης!

Πάμε τώρα στην ουσία των πραγμάτων στις καπιταλιστικές δημοκρατίες. Το εκκρεμές κινείται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και της μείωσης των ανισοτήτων. Αυτό ζητά η πλειοψηφία των πολιτών. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει απαξιωθεί και κρύβει το όνομά του. Συντηρητικές κυβερνήσεις, ανοιχτά ή έμμεσα, τον απαρνούνται. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία κάνει το παν να μην ταυτισθεί με τη Θάτσερ και το θατσερισμό. Την ίδια ώρα όμως, ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος, δεν έχει πυξίδα, αν και όλα τον ευνοούν. Κάποιοι νερώνουν τα πάντα. Άλλοι είναι κλεισμένοι στον κόσμο των δογμάτων τους και ενός κούφιου αριστερισμού που ικανοποιεί μόνο το μικρόκοσμό τους. Άρα περιθωριοποιούνται. Συνομιλούν, με τον εαυτό τους.

Γενικότερα, πάντως, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες, διαθέτουν το πιο ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό εδώ και δεκαετίες. Το ανακυκλώνουν, μάλιστα, στροβιλιζόμενες προς τον πάτο.

Ο Γιάννης Λούλης, διδάκτωρ του Cambridge, είναι επικοινωνιολόγος, αναλυτής και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Το τελευταίο του είναι το: Άνομος κόσμος: Πώς φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, Καστανιώτης, 2019. Για όλα τα βιβλία του: johnloulis.gr.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.