Μπροστά στο 2021: Τα μεγάλα κύματα της κρίσης και το ισχνό πολιτικό προσωπικό (άρθρο του Γιάννη Λούλη)


Μετά την απόλυτη επικράτησή τους στον Ψυχρό Πόλεμο για πάνω από δύο δεκαετίες, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες, και ειδικά η ηγετική δύναμή τους (Αμερική) βιώνουν μια πολλαπλή κρίση. Παρόμοιες επίμονες κρίσεις, χαρακτηρίζονται από εύρος και βάθος στις παθογένειές τους. Δεν πρόκειται λοιπόν για μονοπαραγοντικές κρίσεις. Ούτε για πρόσκαιρες. Ενώ οι πολλαπλές εστίες τους, αλληλοτροφοδοτούνται. Σε έναν φαύλο κύκλο. Φυσικά, όσο πιο πολλές είναι οι εστίες μιας κρίσης, τόσο πιο δύσκολα αυτή καταπολεμάται. Έρχονται λοιπόν οι κρίσεις, ως κύματα, άλλοτε πιο εκρηκτικά, άλλοτε πιο βουβά, και ξεσπούν στις ακτές: δηλαδή στην κοινωνία!

Η αφετηρία, υπόσχονταν άλλα πράγματα. Το έτος ορόσημο ήταν το 1989. Έπεσε το τείχος του Βερολίνου και τερματίστηκε ο Ψυχρός Πόλεμος. Με επικράτηση των καπιταλιστικών δημοκρατιών. Μία ήταν πλέον η μοναδική υπερδύναμη που ηγείτο του δημοκρατικού στρατοπέδου. Ο κόσμος, έμοιαζε να ανήκει στους νικητές. Οι καπιταλιστικές δημοκρατίες πολλαπλασιάζονταν. Σταδιακά όμως, και κυρίως το 2000, η μοναδική υπερδύναμη, σε μια παραζάλη αλαζονείας και αυθαιρεσίας, άρχισε να καταστρέφει ό,τι είχε χτιστεί. Διαμόρφωσε έναν άνομο κόσμο, όπου παραβιάζονταν ωμά φιλελεύθερες αρχές και αξίες. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ο απόλυτος παγκόσμιος κυνισμός που διαπερνάει ηγεσίες και πρακτικές. Δυστυχώς αυτό το κλίμα κυνισμού, αντί να χαρακτηρίζει μόνο τα αυταρχικά καθεστώτα, απλώνεται και σε πολλά δημοκρατικά. Και κυρίως στην υπερδύναμη.


Στον Άλιμο, εν μέσω πανδημίας, ένα από τα μεγαλύτερα έργα αστικής ανάπλασης (VIDEO&ΕΙΚΟΝΕΣ) – notia.gr




Κομβικό υπήρξε το σταυροδρόμι, όπου περάσαμε από το θετικό ορόσημο του 1989, στο αρνητικό του 2000. Πρωταγωνιστής ήταν ο νεότερος Μπους και οι διαβόητοι νεοσυντηρητικοί, όπως έγιναν γνωστοί. Η παράνομη εισβολή στο Ιράκ, άνοιξε τον άσκο του Αιόλου. Το διεθνές δίκαιο καταρρακώθηκε. Το Αφγανιστάν έγινε το νέο Βιετνάμ της Αμερικής. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» οδήγησε σε πρωτοφανή παραβίαση όλων των ατομικών δικαιωμάτων: βασανιστήρια και απαγωγές. Επί Ομπάμα, κλιμακώθηκε ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Έγιναν πρωτοφανείς παράνομες παρακολουθήσεις τηλεφώνου παγκοσμίως, με θύμα και τη Μέρκελ! Ενώ οι βασανιστές των μυστικών υπηρεσιών προστατεύθηκαν με αμνηστία. Ο υποτιθέμενος φιλελεύθερος Ομπάμα, τους περιέγραψε ως «πατριώτες». Έτσι ξεκίνησε τη θητεία του.

Η πολιτική κρίση των καπιταλιστικών δημοκρατιών, συμπληρώθηκε από την οικονομική του 2008. Από τη Wall Street, ξεκίνησε μια παγκόσμια κρίση. Ταυτόχρονα, οι ήδη βαθιές κοινωνικές ανισότητες, έσπασαν κάθε φράγμα. Ο Ομπάμα, που πολλοί προσδοκούσαν πως θα εξελίσσονταν σε έναν άλλο Ρούσβελτ, δεν έκανε τις αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές, με αιχμή την ανακατανομή του πλούτου μέσα από φόρους στους ιδιαίτερα εύπορους. Κάτι που είχε υποσχεθεί προεκλογικά. Ο συντηρητισμός του Ομπάμα έγινε χαλί για τον ανεξέλεγκτο και απρόβλεπτο δεξιό λαϊκιστή Τραμπ. Με αποτέλεσμα μία πρωτοφανή πόλωση, σε μία Αμερική, που βρίσκεται ουσιαστικά στην εντατική. Με τον Μπάιντεν ως ασπιρίνη.

Το 2020 έκλεισε με τη δύσκολη ήττα του Τραμπ. Όχι όμως με τη συντριβή του. Την ίδια ώρα που η επιλογή στην Αμερική ήταν μεταξύ του εκτός των ορίων Τραμπ και του αραχνιασμένου και μετά βίας ενεργού Μπάιντεν. Σε ένα κραυγαλέο κενό ηγεσίας. Παράλληλα, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες αναζητούν ένα νέο οικονομικό μοντέλο μετά τη συντριπτική απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού στη λαίλαπα της κρίσης του 2008. Τούτη προκλήθηκε από ανεξέλεγκτες και θεοποιημένες ελεύθερες αγορές. Μετά την καταιγίδα, άρχισε επίσης να γίνεται αντιληπτό πως οι ήδη πολύ μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, ήσαν πλέον εκρηκτικές. Ακόμα και οικονομολόγοι, στην καρδιά του κατεστημένου, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ένας από αυτούς είναι ο επικεφαλής στρατηγικός σύμβουλος του κολοσσού της PWC, ο P.H. Sheppard, ο οποίος σημειώνει στο πρόσφατο βιβλίο του, με έντονη ανησυχία, πως τώρα το λιγότερο από το 1% των ευπόρων παγκοσμίως κατέχουν το 45% του πλούτου. Και η μεσαία τάξη; Αυτή συρρικνώνεται διαρκώς όπως πιστοποιεί ο ίδιος. Το ίδιο επισημαίνει και ο καθηγητής Milanovic διερευνώντας τις οκτώ πλουσιότερες χώρες. Ήδη στην Αμερική, ό,τι προσδιορίζεται ως μεσαία τάξη βρίσκεται στο 27%. Μεγάλα τμήματα της τάξης αυτής έχουν κατεβεί σκαλοπάτια προς άλλες κατηγορίες. Επίσης, οι νεότερες γενιές καταγράφονται ως «η χαμένη γενιά». Παγκοσμίως επίσης παρατηρούνται δραματικές ανισότητες μεταξύ γεωγραφικών περιοχών. Με πρωταθλητή στο χώρο των προηγμένων οικονομιών, τη Βρετανία. Και με αποτέλεσμα τους «ξεχασμένους της ζωής» που ψήφισαν Τραμπ και Brexit!

Όμως από όλες τις πληγές, ίσως η πιο βαθιά και επικίνδυνη είναι η ακόλουθη: Το πολιτικό προσωπικό των καπιταλιστικών δημοκρατιών απογυμνώνεται από στιβαρές ηγεσίες. Κυριαρχούν πλέον ισχνοί ηγέτες. Το ευρύτερο πολιτικό προσωπικό αποτελείται από τους μέτριους των μετρίων. Πολλοί από τους ισχνούς ηγέτες είναι αλαζόνες και γι’ αυτό πιο επικίνδυνοι. Το εκλογικό σώμα πλέον επιλέγει κατά κανόνα το «μικρότερο κακό». Πολλοί Αμερικανοί ψηφοφόροι διάλεξαν τον Μπάιντεν γιατί πίστευαν πως η ανώδυνη πολιτική φιγούρα που εκπροσωπούσε ήταν το κατάλληλο φάρμακο για τον μόνο στόχο τους: την ήττα του Τραμπ. Πώς όμως φθάσαμε στον ανταγωνισμό μεταξύ μετρίων, ασήμαντων και κούφιων ηγετών;

Ένα πάντως είναι σίγουρο: Με τις προκλήσεις του Ψυχρού Πολέμου σε υποχώρηση, σταδιακά οι ισχυροί ηγέτες με όραμα και στόχους, αναζητούν σταδιοδρομίες όσο πιο μακριά είναι δυνατόν από την πολιτική. Τα κόμματα απογυμνώνονται από τους ικανούς. Τους αντικαθιστούν οι μέτριοι, είτε ως καριερίστες της πολιτικής, είτε οι υπέρμετρα φιλόδοξοι που όμως δεν διαθέτουν στοιχειώδεις ικανότητες. Όσο όμως οι μέτριοι πολλαπλασιάζονται στο χώρο της πολιτικής, κομματικές δομές και στελέχη, υψώνουν τείχη στους τυχόν ικανούς που θα διανοούντο μια εμπλοκή στο χώρο της πολιτικής. Άλλωστε ο χώρος αυτός από μόνος του κάνει το παν για να απωθεί τους ικανούς. Το αποτέλεσμα σε παρατάξεις και κομματικούς σχηματισμούς είναι οι διαβόητοι μικρόκοσμοι. Εδώ κουρνιάζουν οι απόλυτες μετριότητες. Οχυρώνονται. Επιβιώνουν. Απωθούν.

Η κρίση του πολιτικού προσωπικού στην Ευρώπη, καθρεφτίζεται από τους πολλούς ασήμαντους πολιτικούς με εξαίρεση τη Μέρκελ. Όμως και η τελευταία, καθώς αποχωρεί, στις αναζητήσεις διαδόχων, πέφτει σε κενά αέρος. Στη Βρετανία, με μεγάλη κοινοβουλευτική ιστορία και ηγέτες από τον Τσώρτσιλ ως τον Άτλυ, η κατάντια είναι χαρακτηριστική: ο χαρισματικός αλλά αδίστακτος Μπλερ, που δεν πίστευε σε τίποτα, ο ρηχός Κάμερον του Brexit και η ελαφρότητα της φιγούρας του Τζόνσον. Μόνη παρηγοριά είναι ο Στάρμερ των Εργατικών που αντικατέστησε τον απόλυτα αδιανόητο ηγέτη του κόμματος, Κόρμπιν. Τέλος στη Γαλλία, από Ντε Γκωλ, Ζισκάρ, φυσικά τον Μιτεράν, αλλά και τον Σιράκ, περάσαμε σε ασήμαντους και προβληματικούς, όπως ο Ολάντ και ο Σαρκοζί. Συν τον Μακρόν, που παραδέρνει, με περίσσευμα ύφους και έπαρσης, προσευχόμενος η αντίπαλός του στις επόμενες εκλογές να είναι η ιδιαίτερα ακραία Λεπέν, για να επιβιώσει πολιτικά. Τέλος ο Μπάιντεν περιτριγυρίζεται από το κατεστημένο της «ομάδας Ομπάμα». Άρα μπορεί να εξελιχθεί σε μία σαθρή γέφυρα για κάποιον επόμενο Τραμπ.

Τι να περιμένουμε λοιπόν από το 2021 και το σύντομο διάστημα που ανοίγεται μπροστά μας; Οι μεγάλες προκλήσεις είναι δεδομένες, καθώς οι συνέπειες της πανδημίας στην οικονομία, και άρα και στην κοινωνία, θα είναι βαρύτατες. Ένα νέο κύμα οικονομικής κρίσης, θα βρει τις καπιταλιστικές δημοκρατίες ιδιαίτερα ευάλωτες. Αυτές δεν απειλούνται από τις απωθητικές δικτατορίες. Απειλούνται από τις δικές τους αδυναμίες. Τις γέννησαν. Τις βάθυναν. Τις ανακύκλωσαν. Πέρα από την τραγική ένδοια του πολιτικού προσωπικού, η πιο βαθιά πληγή είναι, όπως τονίστηκε ήδη, οι διογκούμενες οικονομικές ανισότητες. Τούτες πολλαπλασιάζουν την ασυδοσία του μεγάλου πλούτου. Στρεβλώνουν το πολιτικό σύστημα. Όπως γράφει ο Milanovic: «οι οικονομικά ισχυροί, χρησιμοποιούν τους πόρους τους για να αγοράσουν πολιτική επιρροή! Και επιβάλουν έτσι τα συμφέροντά τους».

Απαιτούνται λοιπόν νέες πολιτικές. Ριζοσπαστικές. Που υλοποιούν στρατηγικές αναδιανομής του εισοδήματος. Που στοχεύουν στην ενίσχυση της μεσαίας τάξης. Με ένα ισχυρό δίχτυη ασφάλειας για τους πιο ευάλωτους πολίτες. Επιδιώκοντας λοιπόν νέες ισορροπίες στις ρηγματωμένες κοινωνίες. Οι πολιτικές αυτές, απαιτούν αποφασιστικότητα και τόλμη. Σύγκρουση με πανίσχυρα συμφέροντα. Μπορεί όμως το συγκεκριμένο ανεπαρκές και παθογενές πολιτικό προσωπικό να επιχειρήσει παρόμοιες ανατροπές, υπερβαίνοντας τη μιζέρια του; Λίγοι θα νιώσουν στο σημείο αυτό αισιοδοξία. Και όχι άδικα. 

Ο Γιάννης Λούλης είναι επικοινωνιολόγος, πολιτικός αναλυτής και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Το τελευταίο του είναι το: Άνομος κόσμος: Πώς φθάσαμε στην εποχή Τραμπ, Καστανιώτης, 2019. Για όλα τα βιβλία του: johnloulis.gr.

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X