Συνέντευξη με την Αλιμιώτισσα ηθοποιό Βίβιαν Κοντομάρη



(Του Παναγιώτη Μήλα – catisart.gr)

Έχει πλουσιότατο βιογραφικό. Έχει παίξει και στο θέατρο, και στον κινηματογράφο, και στην τηλεόραση. Παντού και πάντα με επιτυχία. Η επαγγελματική και καλλιτεχνική της πορεία ήταν εύκολη πρώτη ύλη για να προετοιμάσω μια συνέντευξη. Όμως, αυτή τη φορά, προτίμησα να πάω -σχεδόν- απροετοίμαστος. Δεν το κρύβω ότι με παρέσυρε η ερμηνεία της στα μονόπρακτα του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Ποιος ήταν ο κύριος;» και «Ο Επικήδειος» που παρακολούθησα στον πολυχώρο “Vault”. Ευτυχώς πρώτα γνώρισα και χάρηκα τη Βίβιαν Κοντομάρη αποκλειστικά στο θεατρικό σανίδι. Αυτή η απρόσμενη γνωριμία με έφερε κοντά της γι’ αυτή τη συνέντευξη. Όμως δεν ήμασταν μόνοι. “Είχαμε κοντά μας” τον Γιώργο Σεφέρη, τον Αντώνη Σαμαράκη, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, τον Ιωάννη Κονδυλάκη, τον Στρατή Μυριβήλη αλλά και τον Καμπανέλλη και ξένους συγγραφείς. “Με βοήθησαν” στη συνέντευξη. Παρακίνησαν όμως και τη Βίβιαν να μας μιλήσει για τα λουλούδια, για τα παιδιά, για τα ζώα, για την αγάπη, για τις επιλογές της αλλά και για το άλλο… επικίνδυνο επάγγελμα που άσκησε. Την παρακίνησαν να μας αποκαλύψει τα μυστικά της και να μας εμπιστευθεί τις μεθόδους της για το πώς να αντιμετωπίζουμε τις αναταράξεις και τα κενά αέρος που συναντάμε στη ζωή μας. Ας παρακολουθήσουμε μαζί την πτήση της στο χτες, στο σήμερα και στο αύριο. Σίγουρα χωρίς φόβο…

* Οι ερωτήσεις μου στηρίζονται σε έργα γνωστών συγγραφέων.

Ακολουθεί η συνέντευξη.

Φωτογραφίες: cat is art

Η πρώτη είναι η «Λιλιπούπολη» της Μαριανίνας Κριεζή και η ερώτηση είναι πού γεννηθήκατε, πού μεγαλώσατε; Μια τρυφερή ιστορία για την καταγωγή σας, για τα παιδικά σας χρόνια.

* Στη Λιλιπούπολη πραγματικά αισθάνομαι ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τα παιδικά μου χρόνια είναι τα πιο ευτυχισμένα της ζωής μου, όχι μόνο επειδή είναι παιδικά αλλά επειδή -δυστυχώς- η μητέρα μου έκανε το λάθος να με μεγαλώσει μέσα σε σύννεφα και ροδοπέταλα. Ανάμεσα σε ήλιους και χαρούμενες μελωδίες, τόσο που ακόμα και οι λυπητερές μελωδίες ήταν χαρούμενες στα αυτιά μου. Φυσικά αυτό το έκανε η μητέρα μου θεωρώντας ότι θα με προστατέψει κι ότι θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Έτσι όταν βγήκα από τη δική μου Λιλιπούπολη έφαγα κάτι σφαλιάρες καθόλου πουπουλένιες. Αυτό είναι αλήθεια, λοιπόν. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, στα νότια προάστια. Τότε ακόμα η γειτονιά μας, το Άνω Καλαμάκι, ήταν σαν γειτονιά επαρχίας. Είχε χώμα, είχε λουλούδια, είχαμε κήπο -τώρα έχει χτιστεί- βιολέτες, σκυλάκια, γαρδένιες, τριαντάφυλλα, ήταν όλα ονειρεμένα.

Ζωάκια;

* Είχαμε αργότερα ζωάκια. Το καλύτερο ζωάκι του κόσμου, δεν μπορώ να το πω, γιατί όλοι το ίδιο θα πούνε για το ζωάκι τους, όπως και για το παιδάκι τους. Ο μπαμπάς μου έλεγε «τώρα του χρόνου θα το προετοιμάσω να πάει στο Πανεπιστήμιο». Μιλούσε για το σκυλάκι μας. Δεν ήταν σκύλος, ήταν άνθρωπος κι όταν τον χάσαμε ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για όλους. Ο μπαμπάς μου ήταν δυναμικός και σκληρός. Ποτέ δεν τον είχα δει να κλαίει. Δεν είχε κλάψει ούτε όταν έχασε τον αδελφό του. Δεν εκδηλωνόταν, δεν μπορούσε όμως να αντέξει την απώλεια του σκύλου μας. Άρχισε μάλιστα να παίρνει ηρεμιστικά. Δεν ανέβαινε να φάει, δεν τρώγαμε μαζί πια, κάναμε πολύ καιρό για να συνέλθουμε και να επανέλθουμε στους κανονικούς μας ρυθμούς.

Πολύ τρυφερή ανάμνηση. Τρυφερή σαν το δημιούργημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου «Η διάπλαση των παίδων». Εδώ θέλω να μας πείτε κάτι άλλο σημαντικό που θυμάστε από την ίδια εποχή.

* Αγάπη, αγάπη, τραγούδι, κόσμος στο σπίτι, γιαγιά, μανούλα, πάντα μανούλα, μοναδική αξία, πολλή χαρά κι όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο της προστασίας που σας είπα πριν, ήξερα πως στον κόσμο ήταν όλοι καλοί, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος μπορεί να έβλαπτε κάποιον.

Μοναχοκόρη είστε;

* Μοναχοκόρη αλλά όχι μοναχοπαίδι. Έχω κι έναν αδελφό, ο οποίος είναι τελείως διαφορετικός από εμένα. Ευαίσθητος αλλά καλυμμένα ευαίσθητος.

Μεγαλύτερος;

* Είναι τρία χρόνια μικρότερος, όταν ήταν μπόμπιρας, ήταν ο καπετάν φασαρίας, τον πήγαν μάλιστα σε ιδιωτικό σχολείο, στη Λεόντειο, γιατί φοβόντουσαν πως θα «έτρεχε» προς οτιδήποτε καταστροφικό. Σήμερα είναι μηχανολόγος μηχανικός και είναι για μένα στήριγμα. Μεγάλο στήριγμα. Με δύο κουβέντες. Δεν λέει πολλά. Λέει λίγα, εν αντιθέσει με τη μαμά που λέει πολλά. «Είσαι καλά, θες να ‘ρθω, πες μου τι θες, θες να σου στείλω εισιτήριο να έρθεις, θες λεφτά;» αυτά. Κι απαντάς. Όλα με συνοπτικές διαδικασίες.

Η επόμενη ερώτηση «Η αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Θα ήθελα να μας πείτε δυο λόγια για τηνδική σας οικογένεια.

* Εγώ νομίζω ακόμα ότι είμαι έφηβη, κι έχω κι ένα παιδάκι μαζί μου, κι έναν σύντροφο. Ναι, έχω οικογένεια. Πάντα ήθελα να κάνω οικογένεια, πάντα ήθελα να κάνω πολλά παιδιά, τώρα έχω ένα και δεν ξέρω αν θα κάνω δεύτερο, θα ήθελα, αλλά δεν ξέρω αν θα γίνει. Είμαι πολύ τυχερή που βρήκα τον άντρα μου, είναι μουσικός κι έχουμε φτιάξει έτσι μια…

…Μελωδία της ευτυχίας, ταιριάζει εδώ πέρα…

* Πράγματι, μια μελωδία που έχει όμως και τα δικά της φάλτσα μιας και σαν άνθρωποι κι εγώ κι εκείνος έχουμε πολλά ελαττώματα. Όμως οι προτεραιότητές μας είναι κοινές και δεν μιλάω σε σχέση με το επάγγελμά μας, αλλά σε σχέση με τα βιώματά μας. Και οι δυο μας όταν λέμε «σ’ αγαπώ» για εμάς σημαίνει το ίδιο: Δηλαδή δένομαι, είμαι ανοιχτός, βοηθάω τον συνάνθρωπό μου και οι δύο έχουμε φίλους, κι είναι πολύ σημαντικό αυτό, γιατί δεν μπορείς να έχεις πραγματικούς φίλους αν δεν δίνεις και παίρνεις. Έτσι ο Σταύρος τα δίνει όλα για τον συνάνθρωπό του κι αυτό ήταν που με γοήτευσε πάρα πολύ. Σέβεται την οικογένειά του και κατάλαβα ότι πραγματικά μπορεί να κάνει οικογένεια. Είναι αληθινός, αυτές είναι οι προτεραιότητές μας που είναι κοινές.

Σημαντικά όλα αυτά.

* Ναι, είναι σημαντικά για να χτίσεις μια “αυλή των θαυμάτων”.

Πάμε λοιπόν τώρα στην «Πρώτη Αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη. Ποια είναι η πρώτη θεατρική παράσταση που παρακολουθήσατε και πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το θέατρο;

* Δεν θυμάμαι αν ήταν «Ο Μιχάλης ο Σφυρίχτρας» ή ο «Οδυσσεβάχ». Και τα δύο από την Ξένια Καλογεροπούλου. Ο μπαμπάς μου με πήγαινε πάρα πολύ θέατρο, με πήγαινε και στη Λυρική όπου -θυμάμαι- είχαμε δει τον «Βαφτιστικό». Μου έχουν μείνει όλα ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Θυμάμαι εικόνες λες και τις βλέπω τώρα. Ειδικά ο «Οδυσσεβάχ». Μου άρεσε πάρα πολύ, αγαπούσα αυτό το θέαμα, δεν καταλάβαινα τι ακριβώς είδα και μου έδινε τροφή νύχτες πολλές, ένα μήνα ολόκληρο. Περίμενα πότε θα πάω να πέσω για ύπνο, γιατί ονειρευόμουν, όχι στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου, πάρα πολλές εικόνες. Στο σχολείο μάλιστα καθόμουν να διαβάσω κι ήμουν ακόμη στην πρώτη σελίδα ύστερα από ώρα και μου έλεγε η μητέρα μου «Παιδάκι μου τουλάχιστον βγες να παίξεις» και της έλεγα «Όχι όχι, δεν θέλω, εγώ θέλω εδώ πέρα». Μα «αφού δεν έχεις προχωρήσει». Κι εγώ της απαντούσα: «Θα προχωρήσω» και με μια λέξη καθόμουν κι έφτιαχνα χίλιες εικόνες. Λοιπόν η φαντασία μου κάλπαζε και με τροφοδοτούσε. Το θέατρο πάρα πολύ δεν το είχα συνειδητοποιήσει, υποσυνείδητα συνέβαιναν όλα αυτά. Φυσικά το οφείλω στον πατέρα μου, ο οποίος είναι Κερκυραίος, ζουρλός, πολύ ισχυρογνώμων και δύσκολος αλλά έχει αυτές τις δύο πλευρές.

Έχετε κληρονομήσει κι εσείς από τον πατέρα σας πράγματα από ό,τι βλέπω.

* Ντρεπόμουνα να πω ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, γιατί μεγαλώνοντας αυτή μου η επιθυμία είχε πάρει άλλες διαστάσεις κι είχε μεγαλύτερη σχέση με τη φήμη κιόλας με το αν θα σε ξέρουν οι άλλοι, αν θα παίξεις στην τηλεόραση. Και γι’ αυτό έλεγα: «Τώρα να πω κι εγώ ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, άσε δεν το λέω». Έτσι έδωσα για πρώτη φορά στο Εθνικό, μόλις τέλειωσα το σχολείο, χωρίς να έχω προετοιμαστεί καθόλου. Νόμιζα ότι θα πάω να πάρω το φυλλάδιο, θα δω τι χρειάζεται, θα διαβάσω, θα κάνω μόνη μου μια προετοιμασία και θα πάω. Κάπως έτσι έγινε. Το είπα την προηγούμενη μέρα στους γονείς μου, δεν τους έκανε βέβαια εντύπωση, γιατί μέχρι τότε είχα παρακολουθήσει παραστάσεις από όλα τα θεατρικά εργαστήρια, στο Δήμο Αλίμου, ενώ συμμετείχα σε όλες τις σχετικές εκδηλώσεις των σχολείων. Πήγαινα στο Λύκειο Ελληνίδων, πήγαινα Ωδείο, έκανα κιθάρα και φωνητική.

Κι όταν δώσατε εξετάσεις περάσατε με την πρώτη;

* Πέρασα στους 50 από τους πεντακόσιους. Με έκοψαν όμως στις δεύτερες. Ήταν αναμενόμενο. Τη δεύτερη χρονιά, δεν μπορούσα να δώσω, γιατί είχα αρχίσει να εργάζομαι. Έδωσα πάλι την τρίτη χρονιά, όπου προετοιμάστηκα με έναν φίλο μου και τελικά πέρασα. Ήταν απίστευτο. Δεν το περίμενα.

Τώρα που λέμε για δασκάλους, ας πάμε στον Στρατή Μυριβήλη: «Η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά». Μιλήστε μας για τους δασκάλους που σας στήριξαν και που σας άνοιξαν δρόμους.

* Θυμάμαι δασκάλους με «Δ» κεφαλαίο που με βοήθησαν. Η δασκάλα του δημοτικού μου, η πρώτη, η Ελένη Κίντζιου, μου πρόσφερε πολλά. Δεν ξέρω πού είναι τώρα, δεν ξέρω τι κάνει, να είναι όμως πάντα καλά. Σημαντική, στο δημοτικό, ήταν και η προσφορά του κυρίου Μπαξέ. Αλλά και στο γυμνάσιο είχα εξαιρετικούς καθηγητές. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν. Βέβαια δεν ξεχνώ τους δασκάλους μου στη Σχολή. Δεν δίδασκαν μόνο υποκριτική ή μουσική ή χορό, δίδασκαν πολλά παραπάνω και δεν ξέρω αν και οι ίδιοι το ήξεραν. Ο συγχωρεμένος, ο αείμνηστος, ο Ιάκωβος Ψαράς, τον οποίο αγαπώ πάρα πολύ και θυμάμαι πάρα πολύ, μας έλεγε έναν στίχο του Κατσαρού: «Πάρτε νερό, το μέλλον προβλέπεται ξηρό». Ήταν εκπληκτικός δάσκαλος, δάσκαλος ζωής. Επίσης η Τιτίκα Νικηφοράκη, η οποία ζει και την επισκέπτομαι ακόμα, είναι μεγάλη σε ηλικία, το μυαλό της όμως είναι τόσο λαμπρό. Ήταν πρωτοποριακή από τότε, θα ήθελα πολύ να σκηνοθετούσε ακόμη.

Με τον Νίκο Χατζίσκο είχαν δημιουργήσει στην οδό Σταδίου το θέατρο «Κάβα». Ένα μικρό χώρο μακριά από τις γνωστές εμπορικές πιάτσες, όπου έκαναν δουλειά έρευνας.

* Η Τιτίκα Νικηφοράκη ήταν η πρώτη η οποία μας έκανε δραματοποιημένη ποίηση, πριν γίνει μόδα, με την καλή έννοια, γιατί έτσι μαθαίνει και πιο καλά ο κόσμος τους ποιητές μας.

Μιλάτε για τα αναλόγια;

* Ακριβώς, τα αναλόγια. Τον Παπαδιαμάντη, τον Μακρυγιάννη, τον Ροΐδη, τον Σολωμό, τους είχαμε παρουσιάσει με κείμενα δραματοποιημένα. Μάλιστα θυμάμαι πως επειδή αυτό το δίδασκε η κυρία Νικηφοράκη στο δεύτερο έτος, μαζέψαμε υπογραφές και κάναμε αίτηση στη γραμματεία και την πήραμε και στο τρίτο έτος. Ευτυχώς καταλάβαμε πόσο ωφέλιμο ήταν για εμάς και πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην εκπαίδευσή μας η Τιτίκα Νικηφοράκη. Πρόσφατα η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε μια ποιητική συλλογή της κυρίας Νικηφοράκη, που λέγεται «Στο βάθος Κήπος». Να προσθέσω εδώ ότι έχει τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών και ζωγραφίζει καταπληκτικά. Όταν τη συναντώ τη ρωτώ τι κάνει και μου απαντά: «Διαβάζω, σκέφτομαι, γράφω και ντρέπομαι λίγο που ζω…». Επίσης η Ελένη Χατζηαργύρη ήταν μια από τις πιο δυνατές της Σχολής μας. Δεν ξέρω ποιον να πρωτοπώ. Ξέρετε κάτι, οφείλουμε πολλά στους δασκάλους μας. Πάρα πολλά.

Βέβαια αυτό που είπατε ότι κάνατε με τη συγκέντρωση υπογραφών για την κυρία Νικηφοράκη είναι κάτι σπάνιο. Θέλατε να κερδίσετε περισσότερα από τις γνώσεις της.

* Φυσικά και από τους άλλους δασκάλους μας, όπως ήταν ο γλυκός και υπέροχος Ντίνος Δημόπουλος, η κυρία Λυδία Κονιόρδου με τη φοβερή μέθοδο αλλά και ο κύριος Κώστας Καστανάς με την τεράστια σκηνική εμπειρία. Πιστεύω ότι από όλους πήραμε ένα δώρο, όσοι είχαμε τα χέρια και τα μάτια μας ανοιχτά.

Αυτή η μετάγγιση εμπειρίας, είναι κάτι που δεν μπορείς να το διαβάσεις σε κανένα βοήθημα. Σου μαθαίνουν την κάθε κίνηση, την κάθε χειρονομία. Ακόμα τον τρόπο που θα ανοίξεις την πόρτα ή πώς θα σηκωθείς και θα πάρεις ένα ποτήρι νερό…

* Έτσι ακριβώς κι επειδή είμαι και λίγο ρομαντική, όσο θυμάμαι αυτούς τους δασκάλους συγκινούμαι και τώρα τους αγαπώ ακόμη πιο πολύ.

Ας ανέβουμε τώρα στο… κατάστρωμα, δηλαδή στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος» του Γιώργου Σεφέρη. Θα ήθελα να μας επισημάνετε κάποιες μοναδικές σελίδες από το δικό σας ημερολόγιο.

* Όταν πέρασα στην σχολή του Εθνικού Θεάτρου, είχα εφιάλτες. Νόμιζα ότι θα με έπαιρναν τηλέφωνο και θα μου έλεγαν: «Συγγνώμη, κάναμε λάθος και δεν σας πήραμε τελικά».

Πείτε μας τι ακριβώς συνέβη τότε;

* Την πρώτη εβδομάδα, όταν δεν ξέραμε ούτε τους συμμαθητές μας, ούτε τους δασκάλους, εγώ έβλεπα στον ύπνο μου ότι με καλούνε και μου λένε «συγγνώμη, κάναμε λάθος τελικά δεν σας έχουμε επιλέξει και πρέπει να φύγετε». Μια μέρα με καλούν στο γραφείο. Πίστευα πως ο καθημερινός μου εφιάλτης έπαιρνε σάρκα και οστά. Μπήκα μέσα τρέμοντας και ακούω να μου λένε: «Βίβιαν, κάθισε σε αυτή την καρέκλα. Κοίταξε λίγο το παράθυρο. Κοίτα τώρα το άλλο παράθυρο. Τώρα δες πιο ψηλά. Όλα καλά. Σταμάτα». Μου είχαν κοπεί τα πόδια από την αγωνία. Αυτά τα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν σαν ολόκληρος αιώνας. Ακριβώς από πάνω μου ήταν η φωτογραφία την Μαίρης Αρώνη. Εκείνη τη στιγμή δεν το είχα προσέξει. Ήταν διάφορες φωτογραφίες ηθοποιών, δασκάλων της Σχολής. Ακούω τότε να λένε: «Μα, δεν είναι δυνατόν, είναι ίδια». Έτσι κοιτάζω κι εγώ από πάνω. Η Ελένη Χατζηαργύρη μου είπε χαριτολογώντας: «Εγώ ήμουν πολύ φίλη με τη Μαίρη. Αν μου έλεγες ότι είσαι νόθο της, θα το πίστευα…». Το στιγμιότυπο αυτό δεν θα το ξεχάσω, όπως δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που πέρασα στη Σχολή. Όμως από τις σημαντικότερες σελίδες της ζωής μου, ήταν η μέρα που γνώρισα τον Σταύρο, τον άντρα μου αλλά και η μέρα που γέννησα το γιο μας, τον Γιωργή.

Έχει το όνομα του πατέρα σας;

* Έχει το όνομα του μπαμπά του άντρα μου. Βλέπετε είμαι και παραδοσιακή…

Ο σύζυγός σας από πού είναι;

* Από τη Δράμα. Γέννημα θρέμμα, είναι Δραμινός.

Από τη Νάξο ποιος είναι;

* Η μητέρα μου είναι από τη Νάξο και με τη Νάξο έχω σχέσεις από πολύ μικρή γιατί εκεί πήγαινα πάντα για τις διακοπές μου, σε αντίθεση με την Κέρκυρα του πατέρα μου όπου δεν έχουμε συγγενείς. Η μαμά μου έχει μεγάλη οικογένεια. Έχει 6 αδέλφια. Έχω πολλά πρώτα ξαδέλφια, ενώ από την πλευρά του πατέρα μου δεν έχω κανέναν.

Ποιο χωριό της Νάξου είναι της οικογένειας;

* Η μαμά γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Χώρα. Ο παππούς ήταν από τον Δαμαριώνα, το δε όνομα της μαμάς μου είναι Δάμαρις. Ήταν η πρώτη χριστιανή της Αθήνας, όπως ήταν η Λυδία της Ευρώπης. Τη βάφτισε ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης γι’ αυτό γιορτάζουν και την ίδια μέρα, στις 3 Οκτωβρίου. Όμως αυτό το όνομα, το ψάχναμε να το βρούμε αλλά δεν βρήκαμε να το έχει κάποια άλλη γυναίκα εκτός από τη μητέρα μου. Λέγεται Δάμαρις Προμπονά. Κλασικό ναξιώτικο επίθετο. Η μαμά μου ήρθε μετά τα δεκαοκτώ της στην Αθήνα.

Συναντηθήκανε οι δύο νησιώτες δηλαδή;

* Ναι, αλλά εγώ έχω δεσμούς μόνο με τη Νάξο.

Συνεχίζουμε με τον Αντώνη Σαμαράκη και το «Ζητείται Ελπίς». Εσείς, εκτός από το θέατρο, είχατε εναποθέσει τις ελπίδες σας και κάπου αλλού;

* Όπως όλοι οι νέοι, πέρασα και από άλλες δουλειές. Κυρίως όμως εργάστηκα ως αεροσυνοδός. Μάλιστα όταν έφυγα από την «Ολυμπιακή», η μαμά μου απογοητεύτηκε επειδή τότε θα μπορούσα να γίνω μόνιμη. Ήταν μια σίγουρη δουλειά. Τώρα οι κοπέλες της σειράς μου έχουν συνταξιοδοτηθεί. Στη συνέχεια έκανα χίλια δυο άλλα πράγματα. Εγώ όμως πιστεύω πως δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο εκτός από το θέατρο. Και κάποια στιγμή που χρειάστηκε να αποφασίσω μήπως, για το καλό του παιδιού, φεύγαμε να ζήσουμε στη Δράμα, εκεί κατάλαβα πως ενώ σε όλα βάζω το παιδί πιο πάνω από εμένα, εκεί κατάλαβα ότι μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και δεν έπρεπε ακόμα να πάρω μια τέτοια απόφαση.

Είναι πρόσφατο αυτό;

* Ναι, συνέβη περίπου πριν από 4 χρόνια.

Όταν ήταν ενός έτους ο γιος σας…

* Ναι, και θεωρώ ότι μια μητέρα πρέπει να είναι καλά με τον εαυτό της, για να είναι καλά και με το παιδί. Όπως στο αεροπλάνο, η μητέρα πρέπει να δένεται μόνη της, όχι με το παιδί και απλά να κρατάει το παιδί. Ενώ σε κάποιες δύσκολες συνθήκες πρέπει πρώτα εκείνη να βάζει τη μάσκα κι όχι το παιδί, γιατί αν η μητέρα δεν είναι δυνατή τότε δεν θα μπορέσει να βοηθήσει το παιδί της.

Πολύ χρήσιμη αυτή η μεταφορά της πτητικής σας εμπειρίας στην καθημερινότητα της ζωής μας.

* Το ανέφερα επειδή ήταν μια «επίσκεψη» στη ζωή μου αυτή η περίοδος.

Είναι πολύ σημαντικά όλα όσα μας λέτε από όσα μάθατε τότε.

* Βεβαίως είναι σημαντικά όσα βιώνεις από την κορφή σου ως τα νύχια κι ας μην είναι θέατρο, ας είναι ακόμη και μια εκδρομή. Είναι μεγάλο κέρδος αυτά που μας μένουν από το παρελθόν, έστω και σαν εικόνες.

Επόμενος τίτλος το έργο του Λουΐτζι Πιραντέλο  «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και η ερώτηση είναι αν στον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού γίνονται σωστά βήματα ή αν υπάρχει αυτοσχεδιασμός.

* Γενικώς είμαι θετικά προσκείμενη προς όλα όσα γίνονται. Πιστεύω στον άνθρωπο πάρα πολύ. Ο πολιτισμός έχει ρίζα και αφετηρία την καλλιέργεια, την παιδεία την ατομική, που μετά γίνεται συλλογική. Όταν λέω ατομική, δεν εννοώ ότι θα σκεφτώ τον εαυτό μου, εννοώ όμως ότι εγώ μέσα μου, είμαι έτοιμη να μοιραστώ και να βοηθήσω, είτε για τον πολιτισμό, είτε για την παιδεία. Κάποια στιγμή εμφανίζεται και η Σκύλλα και η Χάρυβδη, έρχονται όλες οι μάγισσες και προσπαθούν να σε παραπλανήσουν. Να σε βγάλουν από τον δρόμο ώστε να μη φτάσεις ποτέ στο στόχο σου. Δεν ξέρω αν γίνονται σωστά, θα ‘θελα όμως να γίνονται. Βλέπω κάποια καλά σημάδια, αλλά και πολλά μελανά σημεία. Από πού να πρωταρχίσω και τι να πρωτοπώ. Αν ο καθένας έχει τη συνείδησή του ήσυχη πέφτοντας για ύπνο, τα πράγματα θα κυλήσουν, είμαι σίγουρη. Αν προσπαθεί να κοιμηθεί γρήγορα για να μη σκέφτεται τι έχει κάνει και τι δεν έχει κάνει ενώ θα μπορούσε, τότε τα πράγματα δεν θα περπατήσουν σωστά. Τελικά πιστεύω πως πρέπει να αλλάξουμε τον άξονα μέσα μας για να προχωρήσει ο πολιτισμός και να προχωρήσουμε κι εμείς.

Πάμε τώρα στο έργο του Μαρσέλ Προυστ «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Ήθελα να σας ρωτήσω, αν θα υπάρχει κάτι που κάνατε και το έχετε μετανιώσει;

* Έχω μετανιώσει και μετανιώνω ακόμα επειδή δεν εμπιστεύομαι απόλυτα το ένστικτό μου. Θα είχα κάνει λιγότερα λάθη, αλλά δεν είχα αυτοπεποίθηση. Αυτό οφείλεται στη…Λιλιπούπολη μέσα στην οποία μεγάλωσα. Λοιπόν δεν έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο ένστικτό μου. Το οποίο δεν λέω ότι είναι αλάνθαστο, αλλά έπρεπε να πιστεύω περισσότερο σε αυτό που αισθάνομαι και να πηγαίνω προς τα εκεί. Ίσως θα είχα κερδίσει πολύ χρόνο και πολλά άλλα. Έχω μετανιώσει που έχω αρνηθεί κάποιες δουλειές γιατί βγαίνοντας από τη Σχολή είχα όνειρο μόνο το θέατρο, κι ίσως κι αυτό μας είχαν περάσει, ότι η πραγματική τέχνη κρύβεται εκεί. Έτσι είναι, όμως πιστεύω στο πέρασμα, έπειτα από κάποια χρόνια, ας μην πούμε πόσα, δεν έχει σημασία, πιστεύω πως η τέχνη είναι μέσα μας, όπως μέσα μας είναι και η εντιμότητα για τα πράγματα. Μπορεί να είσαι καλός και να έχεις μια ποιότητα ό,τι κι αν κάνεις, γι’ αυτό κι η τηλεόραση δεν είναι κακή. Είμαι πολύ χαρούμενη που κάνω φέτος τηλεόραση και που έκανα. Αν εσύ μπορείς να σταθείς όπως θες να σταθείς, και να προσφέρεις όπως θες να προσφέρεις, τότε βρίσκεις και συνεργάτες.

Παντού μπορείς να κάνεις το καλύτερο.

* Σωστά. Έτσι έχεις και μια ελπίδα να κάνεις τα πράγματα καλύτερα και στην τηλεόραση. Υπάρχει τέχνη παντού αρκεί να την αναζητήσεις. Βεβαίως το θέατρο δεσπόζει, ναι, οπότε μετανιώνω για κάποια «όχι» που είπα στην αρχή της καριέρας μου.

Όχι σε τηλεόραση;

* Κυρίως ναι, γιατί και οι άνθρωποι ήταν πολύ αξιόλογοι τότε. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το χειριστώ καλά, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να το είχα κάνει και θα είχα κι ένα διαβατήριο για να κάνω περισσότερο θέατρο. Φυσικά δεν παραπονιέμαι, ούτε μετανιώνω για τις αποφάσεις μου. Όλα έγιναν όπως θα έπρεπε να γίνουν.

Φθάσαμε στον Θερβάντες και στον αριστούργημά του «Δον Κιχώτης». Οι άνθρωποι του πολιτισμού σήμερα νιώθουν Δον Κιχώτες;

* Ίσως ναι, όλοι έχουμε αισθανθεί κάποια στιγμή στη ζωή μας Δον Κιχώτες και σίγουρα οι άνθρωποι του πολιτισμού.

Ο Δον Κιχώτης πάντα κερδίζει στο τέλος. Έτσι;

* Ναι. Για μένα ναι.

Πάμε στην επόμενη ερώτηση.

* Προηγουμένως θέλω να θυμίσω ότι τον Δον Κιχώτη θα τον ανεβάσει φέτος το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, με έναν εξαιρετικό ηθοποιό που λέγεται Γιώργος Καύκας. Το συγκεκριμένο έργο παίζεται για πρώτη φορά στην Ευρώπη, το έχει μεταφράσει η Ταμίλα Κουλιέβα και το έχει γράψει ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ.

Από τον Μπουλγκάκοφ πάμε τώρα στον Ντοστογιέφσκι και στο «Έγκλημα και Τιμωρία». Πιστεύετε ότι έχουν γίνει κάποια λάθη στη διαχείριση της ζωής μας από τους πολιτικούς;

* Όχι δεν πιστεύω ότι έχουν γίνει κάποια λάθη. Πιστεύω ότι έχουν γίνει άπειρα λάθη και δεν είναι ακριβώς λάθη. Πρόκειται για σφάλματα cazo pensato (εκ προμελέτης) και όχι για cazo d’ accidente (τυχαίο), όπως έλεγε και ο Δημήτριος Βυζάντιος στη «Βαβυλωνία» του.

Ευχαριστώ για την απάντησή σας. Με λίγες λέξεις τα είπατε όλα. Τώρα έχουμε κοντά μας τον Νίκο Καζαντζάκη και το έργο του «Ο τελευταίος πειρασμός». Έχετε μπει στον πειρασμό να κάνετε κάτι στο μέλλον, κάτι που δεν έχετε κάνει μέχρι τώρα;

* Πάντα -όπως και κάθε ηθοποιός- σκέπτομαι και την Επίδαυρο. Βέβαια νομίζω ότι δεν θα το άντεχε η ψυχολογία μου, έχω πάρα πολύ άγχος. Λογικό νομίζω, αν και πάντα το άγχος σε μένα φέρνει θετικά αποτελέσματα. Οπωσδήποτε η γοητεία αυτού του χώρου, είναι μοναδική. Τη σκηνή δεν τη φοβάμαι…

Αλήθεια στη Επίδαυρο έχετε πάει ως ηθοποιός;

* Ναι, συμμετείχα σε Χορό. Έχω κάνει με τον Σπύρο Ευαγγελάτο όταν ήμουν τρία χρόνια στο Αμφιθέατρο. Επίσης τρία χρόνια στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας αλλά και στο Εθνικό. Έχω πάει και σε αρκετές περιοδείες και μου έχουν λείψει τώρα με το παιδί. Γι’ αυτό δεν δούλευα καλοκαίρι μέχρι τώρα που ο Γιώργος ήταν μικρός. Πήγαινα στη Νάξο κι εκεί βοηθούσα στο Δημοτικό Θέατρο του νησιού. Εκεί, όπως και σε κάθε περιοχή εκτός Αθηνών, διψάνε για πολιτισμό. Το θέατρο λέγεται «Ιάκωβος Καμπανέλλης», είναι με σκηνή ιταλική, έχει 320 θέσεις και βρίσκεται στη Χώρα. Βέβαια οι παραστάσεις πάνε και στα γύρω χωριά αλλά και σε χωριά που δεν έχει πατήσει ποτέ θίασος. Είναι καταπληκτικό να δείτε πώς μας αντιμετωπίζουν εκεί οι άνθρωποι. Μοναδική εμπειρία.

Εν τω μεταξύ οι Ναξιώτες είναι και άνθρωποι με ανοιχτό μυαλό…

* Πολύ. Έχουν ένα διαφορετικό αέρα.

Πλησιάζοντας στο τέλος ας μας θυμίσετε τους μονολόγους του Ιάκωβου Καμπανέλλη που ανεβάσατε φέτος στο “Vault”: Τον “Επικήδειο”, το “Ποιος ήταν ο κύριος” και τον “Διάλογο”.

* Θα αρχίσω από τον “Επικήδειο”. Όχι μόνο επειδή παίζω εγώ, αλλά επειδή έχει ξαναπαιχτεί, από τον Θανάση Παπαγεωργίου, στο θέατρο “Στοά”. Εκεί δηλαδή που έχουμε θαυμάσει και τον εξαιρετικό Παπαγεωργίου και την κορυφαία Λήδα Πρωτοψάλτη. Ο «Επικήδειος» λοιπόν είναι ένα έργο που γράφτηκε το ’90 για άντρα ηθοποιό και άνω των 60. Δεν θυμάμαι αν το λέει μέσα, αλλά αυτό φαίνεται από το κείμενο. Ήταν όμως μια ιδέα της Κατερίνας Πολυχρονοπούλου και με τη συγκατάθεση βέβαια της κόρης του Καμπανέλλη, της Κατερίνας, το να διασκευαστεί και να παιχτεί από γυναίκα, τονίζοντας έτσι λίγο την υστερία και τη ματαιοδοξία. Ουσιαστικά είναι η μοναξιά αυτό που περνάει μέσα από το έργο. Η μοναξιά είναι ο κοινός άξονας και των τριών μονόπρακτων. Είναι ένα κείμενο γραμμένο με μαεστρία. Από τα άλλα δύο λοιπόν, εγώ αγαπώ πάρα πολύ τον “Διάλογο”, τον θεωρώ πολύ βαθύ κείμενο. Και μόνο η σύλληψη το να έχει δύο μονολόγους εσωτερικούς και οι ατάκες που απευθύνονται ουσιαστικά ο ένας στον άλλον να είναι ελάχιστες καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου είναι σαν δύο παράλληλες γραμμές που δεν συναντώνται. Νομίζω ότι εκτός από ένα πολύ βαθύ κείμενο, είναι και πάρα πολύ έξυπνο. Το «Ποιος ήταν ο κύριος», γενικώς μου αρέσει ως σύλληψη, ως ιδέα και εννοείται και ως γραφή. Νομίζω ότι και ο κόσμος το εκτιμά και το χαίρεται και είμαι πολύ χαρούμενη.

Πρόκειται για έργα που δεν είναι πολύ γνωστά στον κόσμο.

* Δεν έχουν ξαναπαιχτεί. Είναι άπαιχτα. Μάλιστα, ξαναδιαβάζοντας κανείς το βιβλίο θα ανακαλύψει κι άλλες διαστάσεις.

Να θυμίσω εδώ ότι όταν ο Καμπανέλλης ήταν στο ξεκίνημά του τον είχε επιλέξει ως συνεργάτη ο Κάρολος Κουν. Η επιλογή αυτή ασφαλώς και δεν ήταν τυχαία.

* Καθόλου. Κατάλαβε, έβλεπε, αισθανόταν. Δεν είχα την τύχη να ζήσω από κοντά τον Καμπανέλλη αν και είχαμε γνωριστεί. Τον μελέτησα πολύ αργότερα και τον έμαθα μέσα από έργα του, μέσα από την κόρη του Κατερίνα και μέσα από τις εγγόνες του. Τώρα κατάλαβα ότι ήταν τόσο βαθύς μέσα στην απλότητα. Ήταν τόσο απλός και προσιτός.

Σπάνιο προσόν για έναν άνθρωπο της αξίας του. Πάμε στην προτελευταία ερώτηση, που έχει τον τίτλο από το έργο του Οδυσσέα Ελύτη «Οι προσανατολισμοί». Τι άλλο σχεδιάζετε ή πρόκειται να κάνετε το άμεσο μέλλον;

* Θα πω πρώτα για το έργο του Ελύτη. Μου το είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς μου όταν ήμουν στην πέμπτη δημοτικού. Το είχα διαβάσει χωρίς να καταλαβαίνω πολλά. Μου άρεσε η ποίηση αλλά ήμουν πολύ μικρή. Επειδή όμως ήμουν και υπάκουη, το διάβαζα για να πω ότι το τελείωσα, για να μην γκρινιάζει ο μπαμπάς. Συνεχίζοντας τώρα να σας πω ότι φέτος είμαι σε μια οικογενειακή κομεντί που λέγεται «Το Σόι σου». Τη σκηνοθετεί ένας εξαιρετικός άνθρωπος, ο Νίκος Ζαπατίνας. Προβάλλεται κάθε Πέμπτη στον «Άλφα». Από εκεί και πέρα θα ασχοληθώ με το παιδί μου μέχρι να πάει σχολείο.

Πλησιάζει ο καιρός;

* Πηγαίνει ήδη στο προνήπιο και ξέρω ότι τα Σαββατοκύριακά του με χρειάζεται. Κάνουμε δραστηριότητες, τον πάω σε παραστάσεις, περπατάμε στην Πλάκα.

Λοιπόν φθάσαμε στην τελευταία ερώτηση. Το “cat is art” εκτός από τον πολιτισμό αγαπάει και τα ζώα, συντροφιάς και μη.  Η ερώτηση είναι από τον τίτλο του βιβλίου που έχει γράψει η Eιρήνη Αϊβαλιώτου. Πρόκειται για «Τη νύχτα που με ακολούθησε». Ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι η γνώμη σας για τα κατοικίδια και αν κάποιο σας έχει ακολουθήσει.

* Εκτός από τον Μπούφη για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή, είχα και μια γάτα από τη Νάξο που τη λέγαμε Ναξία. Την είχα στειρώσει, την πήραμε μαζί μας στη Δράμα όπου και εξαφανίστηκε. Μάλλον μας την πήρανε. Αργότερα, μετά τον Μπούφη, αποκτήσαμε άλλον ένα σκύλο, τον Μάφυ. Τώρα σκέφτομαι να πάρω έναν και για τον γιo μου, αν το ζητήσει. Θα δούμε. Τα κατοικίδια είναι μέλη της οικογένειας κανονικά, είναι άνθρωποι, είναι ίσως κάτι παραπάνω, γιατί χρειάζονται περισσότερη φροντίδα, ειδικά ο σκύλος. Σε μαθαίνουν πολλά πράγματα τα ζώα.

Κι εμείς όμως κερδίζουμε από αυτή τη συμβίωση. Εδώ θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για το ταξίδι που κάναμε στη ζωή σας μέσα από τις σελίδες αυτών των έργων.

* Κι εγώ σας ευχαριστώ…

(Η φωτογράφιση της Βίβιαν Κοντομάρη από το cat is art έγινε -χωρίς προετοιμασία- στα καμαρίνια του θεάτρου “Vault”).

panmil2003@yahoo.gr

 

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X